Μην πιστεύεις τίποτε απ’ αυτά που ακούς
και μόνο τα μισά απ’ αυτά που βλέπεις. 
Βενιαμίν Φραγκλίνος            

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  67 

Άλλα τα λαλούμενα κι άλλα τα νοούμενα

  Απ’ το ένα στ’ άλλο. Κάτι ήξερε ο λαός που τις έλεγε αυτές τις παροιμίες. Παλιά κατάσταση είναι, η οποία σήμερα εκσυγχρονίζεται και γίνεται ανίκητη, διότι διαθέτουμε πολλά και σύγχρονα μέσα και τρόπους, ώστε να μην μπορούμε πια να διακρίνουμε την εικονική πραγματικότητα από την πραγματική πραγματικότητα!... (Κυριάκο, πάρε τις δυο τελευταίες λέξεις! Όλο και σε κάποιο διάγγελμα προς τους συμπολίτες σου θα σου χρειαστούν…)
  Όσες φορές βρέθηκα σε γεγονότα, τα οποία κάλυπταν διάφορα μέσα ενημέρωσης  κι ύστερα έβλεπα, άκουγα ή διάβαζα τα σχετικά αφιερώματα, μου ερχόταν ένα σωρό αμφιβολίες. Μήπως δεν ήμουν εκεί; Μήπως δεν βλέπω καλά; Μήπως κοιμάμαι όρθιος και μειώνεται η αντιληπτική μου ικανότητα; Μήπως έχει αλλάξει το νόημα των λέξεων και δεν καταλαβαίνω τι μου γίνεται; Η αμφιβολία γινόταν αγωνία και κατέληγε σε φόβο. Άλλαζα τα κολλύρια για τα μάτια, έπαιρνα ενισχυτικές βιταμίνες για τη μνήμη (αλήθεια, γιατί δεν χορηγούν απ’ αυτές δωρεάν στον λαό;…), άνοιγα και κάνα λεξικό μην είναι τα ελληνικά μου ληγμένα και έκανα σχετικές ερωτήσεις σε γιατρούς. Αυτοί πάντα με καθησύχαζαν, λέγοντας ότι και οι ίδιοι έχουν παρόμοια συμπτώματα. Τώρα, τελευταία, με την πανδημία, ένα μονάχα  μου λένε: αν έχεις όσφρηση και γεύση, δεν χρειάζεται να βλέπεις και να ακούς!...
  Όμως, ακόμα και να βγάλουμε από την καθημερινότητά μας τα μουμουέ, αυτή η κατάσταση δεν διορθώνεται και δύσκολα πια γλιτώνουμε. Πας να διαβάσεις ένα άρθρο, υποτίθεται σοβαρό, και πέφτεις στα ίδια και χειρότερα. Η υπερβολή μπορεί να είναι καλολογικό στοιχείο (όταν δεν γίνεται κατάχρηση), μπορεί  να είναι χρήσιμη και απαραίτητη στη σάτιρα, αλλά είναι φανερός και προκλητικός λαϊκισμός όταν κυριαρχεί στα διάφορα επιχειρήματα. Το ίδιο παρατηρούμε και στον προφορικό λόγο και, δυστυχώς, πέρασε και στον λόγο όλων μας. Απομακρύνεσαι από τα μουμουέ, αλλά δεν γίνεται να απομακρυνθείς κι από τον μανάβη ή τον φούρναρη ούτε αυτοί από εσένα… Έτσι, τελικά, κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν…
Το μόνο που σου μένει μετά,  είναι να τα βάζεις με τον εαυτό σου, επειδή ξεχνάει ότι (παλαιόθεν) οι φήμες δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα και του υπενθυμίζεις μια άλλη παροιμία: «Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι!»
  Ηρεμείς για λίγο, αλλά ξανάρχονται οι αμφιβολίες. Μήπως δεν είναι έτσι η παροιμία και στην πραγματικότητα λέει: «Όπου ακούς πολλά κεράσια, έχουν και πολλές κερασιές» ή «Όπου ακούς πολλά κεράσια μην πας για χαμοκέρασα!» ή κάτι άλλο;

Στεφανιάδα

  Σήμερα το Καφενείο θα έχει καφενειακό αφιέρωμα στη Στεφανιάδα. Είχα ξεκινήσει με το Φουντωτό, αλλά λόγω των πολλών θεμάτων της επικαιρότητας και, προπαντός, του κορονοϊού το πήγαινα από αναβολή σε αναβολή. Για κάθε τι που αναβάλλεται, ματαιώνεται, δεν γίνεται ή αποτυγχάνει, φταίει ο κορονοϊός. Όλοι αυτό επικαλούνται, γιατί να μην το επικαλεστώ κι εγώ; Μόνο οι πολιτικοί έχουν το προνόμιο να υπόσχονται και να μην πραγματοποιούν; Βέβαια, οι πελάτες  στον πολιτικό δείχνουν ανοχή, αλλά ουδέποτε κάνουν τέτοιες χάρες στον καφετζή και τον χορεύουν στο ταψί… αν με τα θέλω τους δεν προσαρμοστεί.
  Το χωριό αυτό, ως γενέτειρα του καφετζή, θα τύχει, όπως καταλαβαίνετε, ευνοϊκότατης μεταχείρισης. Εκτός απ’ τα δικά μας παιδιά, που λένε στα κόμματα, υπάρχουν και τα δικά μας χωριά με τα δικά μας χώματα. Για τη Στεφανιάδα τα σοβαρά τα έγραψε ο αείμνηστος παπα-Γιώργης Στάθης στο βιβλίο του «Από τ’ άγραφα» και άλλοι χωριανοί που έγραψαν ή είπαν τις ιστορίες αυτού του τόπου. Τα πολύ… σοβαρά ακολουθούν, αμέσως, τώρα:
  Αυτή η πρώην κοινότητα περιλαμβάνει τη Στεφανιάδα που ήταν και πρωτεύουσα, τη Ρωμιά (που τον χειμώνα είναι ερημιά), το Μαρκελέσι ή Αετοχώρι (που κάποιοι θέλουν να το κάνουν ανεμογεννητριοχώρι, αλλά δεν θα τους περάσει!...) και το προτεκτοράτο, τον Γ΄ Μάραθο. Δηλαδή, είμεθα ολίγον σκορποχώρι… Όμως, τη συνοχή και την αίσθηση του ενιαίου χώρου ορίζει το όρος Ασημί (Σημήνικο για μας) ή όρος Σμιγός, όπως κυκλοφορούσε…  σε κάτι χάρτες παλιάς κυκλοφορίας…
  Η έκτασή της παλιότερα ήταν πολύ μεγάλη, αλλά μας πήραν διάφορα εδάφη οι συνορίτες μας Κουμπουριανίτες, Λεοντίτες και Μαραθιώτες. Εμείς δεν αντιδράσαμε, επειδή βαριόμασταν να πολεμήσουμε κι επειδή γνωρίζαμε ότι οι κατακτητές δεν παίρνουν τον τόπο μαζί τους, διότι αν τον έπαιρναν, θα ’χαμε μείνει μόνο με το Τριζόλ που δεν το θέλει κανένας… Βέβαια, δεν τους αφήναμε και ατιμώρητους. Τόπο έπαιρναν αυτοί, γιδοπρόβατα τους αρπάζαμε εμείς. Μόνο οι Λιασκοβίτες και οι Βραγκιανίτες δεν μας πήραν κάποιο κομμάτι, γι’ αυτό κι εμείς δεν τους κλέβαμε τα ζώα τους (επειδή ήταν άπαχα και δεν ψένονταν).
  Οι Στεφανιώτες παλιά είχαν τη συνήθεια της ζωοκλοπής (για ατομική χρήση ή της παρέας και ποτέ για εμπορία), επειδή επηρεάστηκαν από το σπαρτιατικό ιδεώδες εκπαίδευσης, το οποίο συνιστούσε την κλοπή, αρκεί να μην σε έπιαναν. Έτσι το κρέας έγινε η αγαπημένη τροφή τους και ουδέποτε υπήρξε κρούσμα χορτοφάγου ή βίγκαν σ’ αυτό το χωριό. Αντιθέτως, δεν τρώνε ποτέ ψάρι εκτός από ψαρονέφρι. Ούτε οι γάτες τους δεν τρώνε ψάρια, όπως ισχυρίζεται ένας φυσικός και φυσιοδίφης εκ Βραγκιανών, ο Πάνος… Τη ζωοκλοπή σταμάτησαν, επειδή ένιωσαν τραγικά ερασιτέχνες, όταν κατάλαβαν ότι κάποιοι έβαζαν μια γραβάτα στον λαιμό, έπαιρναν ένα στυλό στο χέρι και με μια υπογραφή τους έκλεβαν μέσα απ’ το γραφείο τους ολόκληρο κοπάδι σαν τη στάνη του Μαλαμούλη και του Ντεληδήμου μαζί, χωρίς να παιδεύονται τις νύχτες στις γιδόστρατες και να τους κυνηγάνε τσοπάνηδες και μαντρόσκυλα…
  Κατά τα άλλα οι Στεφανιώτες είναι όπως και οι υπόλοιποι Αργιθεάτες, με πρόσωπο ωοειδές (τουλάχιστον, αυτό γράφουν οι ταυτότητες). Εσωτερικά του προσώπου επιφυλάσσομαι και δεν μπορώ να σας περιγράψω, αλλά το σίγουρο είναι ότι έχουμε έναν αέρα κοσμοπολίτικο που δεν τον συναντάς εύκολα στα άλλα χωριά. Ίσως, επειδή υπήρξαμε και έδρα του δήμου, μέχρι που καταλάβαμε ότι δεν μας συμφέρει να έχουμε τέτοιες φασαρίες με υπηρεσίες, ρύπανση και κυκλοφοριακά προβλήματα και καταφέραμε γρήγορα να απαλλαγούμε. Πηγαίνουμε σ’ όλα τα χωριά της περιοχής μας, συμμετέχουμε σε εκδηλώσεις τους, αναπτύσσουμε εύκολα κοινωνικές σχέσεις κι ας μας λένε κάποιοι (που δεν ξετρυπώνουν ποτέ) «τρυπιάδες»…   
  Η Στεφανιάδα είναι και το μόνο χωριό της Αργιθέας που έχει λίμνη, η οποία, μάλιστα, έχει και νερό!... Μην γελάτε! Στη χώρα μας υπάρχουν και λίμνες χωρίς νερό, αλλά καφέδες βράζω, δεν κάνω γεωγραφία ν’ αρχίσω να τις αναφέρω… Η λίμνη αυτή είναι η πιο νέα και η πιο βαθιά φυσική λίμνη της Ελλάδας (βάζω και στοίχημα…). Από τότε που γίναμε δήμος, όλοι οι υποψήφιοι δήμαρχοι είχαν στο πρόγραμμά τους την αξιοποίησή της. Άκουγαν τα ψάρια της κάθε φορά και κόντευαν να πνιγούν από τα γέλια. Αν ήμουν λίμνη, θα είχα ξεραθεί… Έτσι, για διαμαρτυρία…
Αλλά, γιατί να ξεραθεί; Κάποιος απ’ όλους μπορεί να την κάνει και θάλασσα… και να γίνει η Ρωμιά το πρώτο λιμάνι της περιοχής!...
  Θα το κόψω απότομα το αφιέρωμα. Το βρίσκω υπερβολικά υποκειμενικό κι όσο συνεχίζω τόσο χειρότερο γίνεται. Συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό και οι τρεις σημερινές φωτογραφίες του Καφενείου. Όπως, λογικά, υποψιάζεστε κι αυτές κλεμμένες είναι. Από τον Ηλία Προβόπουλο… Τι να ’κλιβα; Δεν έχει ου Λίας πρόβατα…

Αποκαλύπτουμε: Πώς ο Γιάννης έγινε Γιάνης;

  Oυάου! (ένα ουάου χρειάζεται, για να ξεκινήσουμε…)
  Το Καφενείο σήμερα δημοσιεύει, για ενημέρωση των εκατομμυρίων πελατών του και σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, το αποτέλεσμα μακρόχρονης έρευνας σχετικής με την αιτία που ο Γιάννης έγινε Γιάνης με ένα ν (ξέρετε ποιος είναι, σήμερα θα μάθετε και το γιατί). Αποκαλύπτουμε, λοιπόν, χωρίς να καλύπτουμε, όπως κάνουν άλλα καφενεία ανταγωνιστές μας, τα οποία δεν πολυσκοτίζονται, αν συσκοτίζουν την αλήθεια και το πλάνο τους είναι να παραπλανούν.
  Για να φτάσουμε στο αποτέλεσμα καταφύγαμε σε θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Παρακαλέσαμε, δωροδοκήσαμε (πλημμέλημα είναι), εκβιάσαμε, απειλήσαμε, βασανίσαμε (μέχρι και αυγά βραστά σε μασχάλες βάλαμε!...). Τελικά, η απάντηση βρισκόταν σε μια απλή και ολίγον συγκινητική ιστορία από την παιδική του ηλικία.
  Ο Γιάννης (ως τότε με δυο ν) πήγαινε στην Τετάρτη τάξη δημοτικού. Μια μέρα η κυρία του, αφού δίδαξε την ορθογραφία των θηλυκών σε –ισσα και τους είπε ότι γράφονται με δυο σίγμα, ζήτησε από τους μαθητές να γράψουν πρόταση, η οποία να περιλαμβάνει ένα η περισσότερα θηλυκά αυτής της κατηγορίας.
  Ο Γιάννης έγραψε «Πήγα στη Λάρισσα κι αγόρασα μια σάρισσα» κι όταν η κυρία το είδε ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:
̶  Πώς κατάφερες, παιδάκι μου, κι έγραψες τις εξαιρέσεις απ’ αυτόν τον κανόνα;
̶  Δεν μας είπες, κυρία, ότι αυτό το κανόνι έχει και εξαιρέσεις…
̶  Τα κανόνια, εκτός από βλήματα, έχουν και εξαιρέσεις. Σβήσε, τώρα, το ένα σίγμα!
̶  Ποιο σου να σβήσω, κυρία; Το πρώτο ή το δεύτερο;
̶  Δεν είναι σου ούτε κορνεδάκι. Σίγμα λέγεται το γράμμα… Κατάλαβες;…
  Τα παιδιά της τάξης έσκασαν στα γέλια μ’ όλα αυτά κι άρχισαν να κοροϊδεύουν τον συμμαθητή τους. Βλέπετε, δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το «μπούλιγκ», επειδή και τα παιδιά, τότε, δεν ήταν μπούληδες…
  Ο μικρός μαθητής ντροπιάστηκε και αντέδρασε λέγοντας: «Κυρία, εγώ δεν ξαναγράφω λέξη με δυο ίδια γράμματα και δεν με νοιάζει ο βαθμός που θα με βάζεις στην ορθογραφία».
  Η δασκάλα κατάλαβε το παιδαγωγικό της λάθος (που κάνουμε όλοι οι δάσκαλοι και καλά είναι να τα παραδεχόμαστε και να τα διορθώνουμε), προσπάθησε να μπαλώσει τα πράγματα και είπε: «Παιδιά, σταματήστε να γελάτε! Δεν είναι σωστό να γελάμε με τα λάθη των άλλων. Να ξέρετε ότι ο Γιαννάκης θα θυμάται καλύτερα από εσάς την ορθή γραφή αυτών των θηλυκών, επειδή και από τα λάθη μας διδασκόμαστε».
  Ήταν αργά. Ο Γιάννης που ήταν και αγύριστο κεφάλι το ’πε και το ’κανε, αρχίζοντας από το όνομά του. Γιάνης… οριστικά και αμετάκλητα…
  Ο Γιάνης όταν μεγάλωσε, σπούδασε  κι  επειδή  ήταν άσος (μπαστούνι και με ένα σ)
στα μαθηματικά ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη θεωρία παιγνίων και τη θεωρία του χάους. Πολλά χρόνια αργότερα έγινε υπουργός και προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες του στην πράξη. Πήγε να παίξει σε παίγνιο και την Ελλάδα και παραλίγο να έρθει το χάος και να γραφόταν κι αυτή με ένα λάμδα. Οι άλλοι πολιτικοί αντέδρασαν λέγοντας: «Το χάος το πετυχαίνουμε κι εμείς δεν έχουμε ανάγκη τον ειδικό του χάους…». Τότε ο Αλέξης και ειδικά όταν είδε ότι ο Γιάνης δεν καταλάβαινε πώς γίνεται το όχι ναι (τελικά εκτός της ορθογραφίας είχε θεματάκια και με την κατανόηση της  γλώσσας το παλληκάρι), αποφάσισε να τον διώξει από υπουργό.
  Έτσι απομακρύνθηκε και γλίτωσε το υπουργείο, αλλά ζημιώθηκε το Καφενείο, επειδή δεν βρίσκεις εύκολα τέτοιους πρωταγωνιστές δημιουργικής ασάφειας και λιτού βίου…
  Ουάου!... (για να κλείσουμε). Κανονικά πρέπει να σβήσουμε ένα ου. Ο καθένας ας σβήσει όποιο θέλει!... Μην τα περιμένετε όλα έτοιμα!...

Δηλώνω ότι…

Στην Ελλάδα μπορείς να δηλώνεις ό,τι θέλεις και να διαδηλώνεις για ό,τι θέλεις.
   Έτσι, ουδεμία έκπληξη προκάλεσε η μεγάλη συγκέντρωση στο Εφετείο εν όψει της έκδοσης μιας αναμενόμενης δικαστικής απόφασης. Ας παραβλέψουμε τις ειδικές συνθήκες περί κορονοϊού, επειδή γνωρίζουμε ότι ο ιός δεν κολλάει όταν οι διαδηλώσεις γίνονται για ιερούς σκοπούς και κολλάει μόνο στους ιερούς ναούς (κι αν δεν με πιστεύετε, ρωτάτε την κυβέρνηση) και να σκεφτούμε, γιατί συγκεντρώθηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί. Βλέπω τις εξής αιτίες κι ανθρώπων κατηγορίες:
  Ένα: Δεν εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη, πιστεύουν ότι επηρεάζεται και μαγειρεύει αποφάσεις κατά τις εντολές που παίρνει από κάποιους, κάπου, κάποτε…
  Δύο: Συγκεντρώθηκαν για να επηρεάσουν τη δικαιοσύνη και να την πιέσουν σχετικά για την απόφαση που έπρεπε να πάρει. (να τη βοηθήσουν, που είναι και τυφλή…)  
  Τρία: Κάποιοι παρασύρθηκαν ή αναγκάστηκαν να πάνε… αυθορμήτως.
  Τέσσερα: Κάποιοι πήγαν να πάρουν πιστοποιητικά αγωνιστή και να ψαρέψουν με την ευκαιρία ψηφαλάκια, να μοιράσουν καμιά κάρτα, για να μην τρέχουν τελευταία στιγμή… Στην ίδια κατηγορία ανήκουν κι όσοι έσπευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να καταγράψουν την ικανοποίηση και την ανακούφισή τους από την απόφαση της δίκης, αλλά με πιο έκδηλη την αγωνία τους να καταγραφούν οι ίδιοι ως πολιτικοί και παράγοντες του δημόσιου βίου και να πουλήσουν εικόνα ατόμου με έντονα δημοκρατικά αντανακλαστικά και ευαισθησίες. (η δίκη που κράτησε πέντε χρόνια, κανέναν δεν ενόχλησε;)
  Πέντε: Μερικοί πήγαν να πουλήσουν μαλλί της γριάς, λαχεία και μάσκες. (πώς λησμονήσαμε τις μάσκες; Και πώς μας άφησαν να λησμονήσουμε πια τα γάντια;)
  Συμπεράσματα:
Η δικαιοσύνη είναι σωστή μόνο όταν επηρεάζεται από εμάς.
Με τις αποφάσεις της δικαιοσύνης δεν συμφωνούν μόνο οι καταδικασθέντες.
Εμείς δικάζουμε καλύτερα κι ας μην έχουμε τα στοιχεία που έχει η δικαιοσύνη.
Η κρίση της δικαιοσύνης κρίνεται, έχουμε δεν έχουμε κριτήρια κρίσης.
Αν είναι σε κάθε δίκη να τρέχουμε στο Εφετείο δεν ξαναπάμε γήπεδο και καφενείο.
Γέμισε η χώρα εργολάβους, ειδικούς, νομοθέτες, δικαστές και δικολάβους!...
  Ερώτηση: Τι προτιμάτε; (υπογραμμίστε, παρακάτω!...)
Τακτικό δικαστήριο, λαϊκό δικαστήριο,  ντιπ δικαστήριο, μαλλί τ’ς γριάς, δεν ξέρω                                     

Ποινικοί κώδικες, ποινές και τι πίνετε να κεράσουμε…

Κοντονή, Κοντονή, καπετάνιε Κοντονή!
Δεν μας τα ’λεγες, βρε Σταύρο, την κατάλληλη στιγμή…
Κοντονή, Κοντονή, πιες ακόμα καμιά στάλα

και μολόγα μας και τ’ άλλα, τα μικρά και τα μεγάλα!...
Κοντονή, Κοντονή, πόσο πάει η ποινή,
άμα κλέψουμε μια γίδα ή αν κλέψουμε τραΐ;…
(Το άσμα τραγουδιέται κατά το «Νικολή, Νικολή…» και το χορεύετε κατά πώς σας το λαλούν τα όργανα…)

  Πάνω που περιμέναμε τη δικαστική απόφαση και οι καμαριέρες ετοίμαζαν τα  δωμάτια και τα κρεβάτια στο Γεντί Κουλέ για τις καινούργιες κρατήσεις, εμφανίζεται ως φάντης μπαστούνι κι  ο Σταύρακας, ο Κοντονής κι αρχίζει κι αυτός να λαλεί περί ποινικών κωδίκων, ηθικών και ανηθίκων, περί δικαίων και αδίκων, ίσως και περί πιθήκων που επιβάλλει το καθήκον… (περιορισμό κατ’ οίκον…)
  Σταύρο, αυτά έπρεπε να μας τα ’λεγες νωρίτερα και εγκαίρως. Ουδεμία αξία έχουν πια. Μετά την απομάκρυνση εκ του κοινοβουλίου, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Δεν το έχεις ακούσει ποτέ; Ψήφισες τους κώδικες και τώρα τους καταγγέλλεις; Πας καλά;
  Είπε διάφορα ο Σταύρος… Να τ’ ακούς και να κάνεις τον σταυρό σου…  Όταν τον στρίμωξαν κάποια στιγμή, μας είπε ότι δεν εννοούσε αυτά με αυτά που είπε (τότε, γιατί τα είπε έτσι και δεν τα έλεγε σωστά από την αρχή;) και κατέληξε ότι η κυβέρνηση τα έκανε παντού «μαντάρα». Σιγά την είδηση!... Αυτό το ξέρουμε και μόνοι μας. Χρόνια τώρα, εμείς δεν βγάζουμε κυβερνήσεις, μανταρίστρες βγάζουμε… Από «μαντάρα» σε «μαντάρα» προχωράμε και καλά είναι να μάθουμε να μαντάρουμε και καμιά κάλτσα (για να μην μείνουμε ξεκάλτσωτοι φέτος που δεν έγιναν παζάρια) ή να αρχίσουμε να πλέκουμε τσουράπια…

  Η δωροδοκία από κακούργημα έγινε πλημμέλημα, είπε ο Σταύρος. Κέρνα τον Σταύρο για τα ευχάριστα νέα!... Επιτέλους, θα μπορούμε να δωροδοκούμε άνετα, δεν θα κωλώνουμε για ένα πλημμεληματάκι, ειδικά, αν πρόκειται να ξεπλένουμε τα άπλυτά μας… Κι αν μας στείλουν στον κατή δεν μας νοιάζει η ποινή!...
  Η δωροληψία είναι, εντελώς, δωρεάν…

  Στο μέλλον, ενδεχομένως, μπορεί να γίνεται δωρεάν και η δωροδοκία, αρκεί να καταβάλλεται ο αναλογών φιπιάς. Ελπίζουμε στην επόμενη αλλαγή κωδίκων να προβλεφτεί αυτό το κοινωνικό μέτρο, το οποίο θα βοηθήσει και την οικονομία (ορισμένων, τουλάχιστον…). Άλλωστε, η δικαιοσύνη προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής. Τόσες ευκολίες κάνει, όταν χρειάζεται!... Έχει την παραγραφή, το βούλευμα (για το ξεστρίμωγμα), τον εξωδικαστικό συμβιβασμό (εμάς μας ρωτήσατε, βρεεεεέ, όταν εξωδικαστικοσυμβιβαστήκατε;), την αναψηλάφηση (έπιασε τον ψύλλο και τον άφησε) κι ένα σωρό άλλες λέξεις, για τις οποίες πρέπει να έχω τον Μπάμπη δίπλα μου να σας τις εξηγήσει ή τον Μπαμπινιώτη…

Άμα κλέψεις και δεν σε πιάσουν, δεν σημαίνει ότι δεν έκλεψες…
Όποιος πανηγυρίζει για την παραγραφήν, παραδέχεται την ενοχήν…
Το ότι παραγράφονται δεν σημαίνει κι ότι διαγράφονται…

Της δικαιοσύνης, ήλιε ανόητε!… πώς βρέθηκαν εδώ αυτά τα αδιανόητα;…

  Το καλό είναι ότι γίνονται αυστηρότεροι οι νόμοι υπέρ των ζώων. Η προστασία τους αναβαθμίζεται σε βαθμό που να τα βάζεις με την ατυχία σου, επειδή δεν γεννήθηκες ζώο. Κακούργημα ο βασανισμός ζώου!... Κακά ξεμπερδέματα θα ’χουμε με αυτή την ιστορία και να μου το θυμάστε! Άιντε, να ξέρεις τι θα θεωρείται κακούργημα!… Τα παραδείγματα παρακάτω να τα λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν στο εξής:
  Να σαμαρώσεις το μουλάρι ή να μην το σαμαρώσεις; Είναι το σαμάρωμα βασανισμός ή δεν είναι; Να το φορτώσεις ή να μην το φορτώσεις; Κι αν το φορτώσεις και βρεθεί σε κάναν έλεγχο με υπέρβαρο φορτίο, τι γίνεται από νομικής πλευράς;

  Θα λες ουστ! στον γάιδαρο και θα πηγαίνεις μέσα επί εξυβρίσει…
  Θα λες το λάιο αρνί, θα σε αρπάζει ο αντιρατσιστικός νόμος… και θα γελάει μαζί σου ακόμα και το παρδαλό κατσίκι…
  Θα βάζεις κουδούνι στο γκεσέμι και θα παραβιάζεις τα προσωπικά δεδομένα του, επειδή θα εντοπίζεται η θέση του…
  Δε θα κουτάς να βάλ’ς χανάκα σι γ’ρούνι κι ας μπαίνει μες στα κήπια σ’ κι στα ξιντραχτώνει… Θα ιπιτρέπιτι μαναχά να τ’ λες: γουτς, σι παρακαλώ!...

  Μι γιλάτι! Πριν απού λίγου κιρό στου Καρπινήσι κάτι φιλόζουοι πήγαν νια γριά στου δικαστήριου (τα ζώα), ιπειδής δεν έκουψι τα νύχια απ’ του γάιδαρου τ’ς. Πού να ξέρει η γριά ότι έπριπι να τ’ κάνει μανικιούρι – πιντικιούρι κι κουντά να τ’ βάλει καπίστρι!... Ούτι ήξιρι  ότι ο γάιδαρους είχε τόσοι πουλλοί συγγινήδις π’ θα ινδιαφέρουνταν κι θα τ’ς έκαναν μήνυση για να τουν υπιρασπιστούν…

«Είπε ο ένας, είπε ο άλλος κι ο παπάς το κύριε ελέησον…»

ΣΤΕΦΑΝΙΑΔΑ (ακροστιχίδα)

  Σας είπα. Το χωριό μου θα τύχει ιδιαίτερης μεταχείρισης. Κι η κουκουβάγια το δικό της παιδί έβλεπε ομορφότερο. Τι να κάνουμε; Υπάρχει και το σύνδρομο της κουκουβάγιας. Άλλο, που δεν σας το λένε οι ψυχολόγοι, για να μην σας χαλάνε την ψυχολογία, όταν εκδηλώνετε παρόμοιες συμπεριφορές…
  Κλείνω, αφιερώνοντας κι αυτή την ακροστιχίδα στη Στεφανιάδα κι όλους τους  Στεφανιώτες…

Σε ψηλά βουνά χιλιοτραγουδισμένα
Τρανεμένη με τους θρύλους και τις ιστορίες της
Έναν γεννάει πόθο, φτερωτό σταυραετό του ποιητή
Φτάσιμο να ’ναι σε ψηλή κορφή, προτού να βγει ο ήλιος
Ανάσα μοσχοβολιστή στων λουλουδιών τ’ αρώματα
Νερά κρυστάλλινα σε ρέματα και σε κρυόβρυσες
Ίσια ελάτια που φεύγουν για γαλάζιους ουρανούς
Αγνάντεμα ματιών, ψυχής και νου
Δέντρα που σε καλούν στον ίσκιο τους και στη δροσιά τους
Αντάμωμα τ’ αγνού, τ’ ωραίου και τ’ αληθινού…

 

 

 

 

 

 7/11/20 

Το άρθρο σε μορφή PDF