Πάμε πίσω στα 1910. Εδώ γύρω στις βουνοκορφές του Πετρίλου, από ράχη ράχη και καραούλι σε καραούλι, σε σπηλιές και κλεφτολημέρια, κυκλοφορούσαν δύο τρομεροί κλέφτες και ληστές: Ο Αντώνης Κούτσικος, ληστής προκηρυγμένος από το κράτος, και κάποιος, ονόματι Καραφρύδης, που δε θυμάμαι το μικρό του όνομα. Αυτός ήταν βλάχος, σκηνίτης, και ξεκαλοκαίριαζε με τα πρόβατά του στη Στεφανιάδα. Σχετίστηκε όμως με τον Κούτσικο και τον ακολουθούσε στις ζωοκλεψιές.
Τον Αύγουστο μήνα, καθώς βγήκαν για κλεψιά, έφτασαν στη Γκαβέλω, όπου βοσκούσαν κοπάδια από πρόβατα και τσελιγκάτα. Στη θέση Κουτσουβάκλια έβοσκε τη στάνη και είχε τις στρούγκες του ο ποιμένας Φώτης Καμπούρης. Του επετέθηκαν ξαφνικά οι δύο ληστές, τον έπιασαν και τον έδεσαν χειροπό­δαρα. Στη συνέχεια μπήκαν στο μαντρί και ξεχώρισαν από το κοπάδι κάπου 40 πρόβατα για αρπαγή.
Ο Φώτης Καμπούρης τους παρακάλεσε να του λύσουν τα χέρια και τα πόδια και να τους διαλέξει αυτός 40 πρόβατα. Γιατί μέσα στο κοπάδι του είχε και ζωντανά από το μοναστήρι του Αγίου Χαράλαμπου, που τα φύλαγε με ρώγα. Τα ’χε, δηλ., «κεφαλιακά», όπως λένε στην ποιμενική γλώσσα. Ανάμεσα δε στα 40 πρόβατα, που διάλεξαν να πάρουν οι δύο ληστές, ήταν και πρόβατα «βακούφκα», μοναστηριακά, του Αγίου.
Ακούοντας αυτά ο Κούτσικος συμφώνησε με τον Καμπούρη, ας ήταν εγκληματίας προκηρυγμένος. Ο Καραφρύδης όμως οργίστηκε και αρνήθηκε με ασέβεια:
- Κι εμείς βακούφκοι είμαστε. Θα πεθάνεις εδώ δεμένος.
Την ίδια στιγμή του έριξε και μερικές με τη γκλίτσα του.
Τελικά, πήραν τα 40 διαλεγμένα ζωντανά και άφησαν τον τσοπάνο δεμένο σ’ ένα ταμπούρι στην Κουτσουβάκλια. Αυτοί έφυγαν σαλαγώντας βιαστικά τα πρόβατα με κατεύθυνση τα «Τρία Σύνορα» της περιφέρειας Πετρίλου.
Ο Καμπούρης, δεμένος καθώς ήταν, άρχισε να τροχάει τα πόδια του πάνω σε μια πέτρα. Με αγώνα και πολλή προσπάθεια κατάφερε να λιώσει και να κόψει το σχοινί. Ύστερα σηκώθηκε έχοντας τα χέρια του δεμένα πίσω. Τράβηξε περπατώντας μισή ώρα δρόμο και αντάμωσε το Γιώργο Σβεντζούρη. Του ’πε το περιστατικό για τη ληστεία κι εκείνος του έλυσε τα χέρια.
Στη συνέχεια έτρεξε βιαστικά στο χωριό, στο Πετρίλο. Διηγήθηκε γρήγορα στον πατέρα του τη λεηλασία. Χωρίς να χάνουν καιρό, συνεννοούνται ο Σπύρος Καμπούρης, ο Λ. Καμπούρης, ο Βαγγέλης Καμπούρης και ο Χρήστος Αργυρός. Παίρνουν τα τουφέκια τους, κάτι παλιούς «γκράδες», και συμφωνούν να τρέξουν στα «Τρία Σύνορα». Αντιδρούσε όμως, αρχικά, ο Σπύρος Καμπούρης, μιλώντας με κάποια περιφρόνηση και δυσπιστία προς τον Άγιο:
- Εγώ δεν πάω πουθενά. Αν είχε τη δύναμη ο Άγιος Χαράλαμπος, να τους ξέρανε εκεί. Την ώρα που πήγαιναν να κλέψουν τα πρόβατα.
Τελικά, όμως ακολούθησε κι αυτός με, κάπως, ξερή καρδιά.
Οι Καμπουραίοι, λοιπόν, κινήθηκαν γρήγορα, για να προλάβουν να πιάσουν «τα τρία σύνορα», μην τους περάσουν πέρα οι κλέφτες. Περνώντας από το συνοικισμό Κρανιά πήραν μαζί τους και τον Ιωάννη Οικονόμου, να τους συνδράμει και αυτός με το όπλο του, αν χρειαζόταν. Αλλά κι εκείνος αρνήθηκε στην αρχή ακούοντας για βακούφκα πρόβατα.
Τόνιζε χαρακτηριστικά:
- Αν ο Άγιος είχε δύναμη, δε θα άφηνε να του κλέψουν τα πρόβατα.
Άρα δεν έχει. Και γιατί να τρέχουμε εμείς τώρα;
Ύστερα όμως πείστηκε και τους ακολούθησε μαζί με το όπλο του.
Αλλά μαζί μ’ όλους αυτούς αγωνιζόταν αόρατα κι ένας άλλος: Ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος, που θέλησε να τιμωρήσει την ασέβεια. Αυτός τύφλωσε τους ληστές και τους έριξε σε κάτι γκρεμούς στη «Βρύση του φιδιού». Οι κλέφτες εκεί, παρ’ όλο που γνώριζαν το μέρος, έχασαν τον προσανατολισμό τους. Ο Άγιος Χαράλαμπος, χωρίς αμφιβολία, τους είχε καθυστερήσει, να μην προ­λάβουν να περάσουν τα «τρία σύνορα». Όπως και έγινε:
Πράγματι, οι κλέφτες έψαχναν για το πέρασμα την περισσότερη νύχτα, χωρίς να το καταφέρουν. Στο τέλος αποκαμωμένοι σταμάτησαν. Αποφάσισαν να περάσουν την υπόλοιπη νύχτα εκεί παραπέρα, στη θέση «του Χαρίση», όπου είχε τη στάνη του ο Αποστόλης Ντζιαχρής.
Έσφαξαν μία από τις 40 προβατίνες, να την ψήσουν, να φάνε. Την έψησαν, λοιπόν, κι άρχισαν να τρώνε. Συγχρόνως, κοίταξαν και την πλάτη του ζώου, για να προμαντέψουν το δρόμο τους. Μήπως δουν κανένα εμπόδιο στη στράτα τους για τη Στεφανιάδα.
Αυτό κάνουν και σήμερα οι τσοπάνηδες, όταν φεύγουν για τα χειμαδιά. Κόβουν, δηλαδή, ένα σφαχτό κι αφού το ψήσουν και το φάνε, κοιτάζουν την πλάτη του ζώου. Από αυτή μαντεύουν για το μέλλον, πώς θα ξεχειμωνιάσουν, αν θα έχουν ζημιές, αρρώστιες, καλά χαμπέρια.
Αυτό έκαναν τώρα και οι ληστές: Κοίταξαν την πλάτη και είδαν το δρόμο τους κλειστό. Τα ’χασαν και σηκώθηκαν αμέσως. Ούτε απόφαγαν καλά-καλά. Άφησαν σχεδόν ολόκληρο σφαχτό στον τσέλιγκα Ντζιαχρή, έμασαν τα πρόβατα και βάρεσαν γρήγορα να γείρουν πέρα από τα «Τρία Σύνορα».
Αλλά οι Καμπουραίοι είχαν προλάβει να ταμπουρωθούν στα «Τρία Σύνορα». Έπιασαν το καρτέρι εκεί και περίμεναν για μια ώρα, περίπου. Επειδή η νύχτα ήταν περασμένη, νόμισαν πως οι κλέφτες πρόλαβαν κι έκοψαν πέρα. Γι’ αυτό άρχισαν να συζητάνε, μια και κόντευε να φέξει.
Οι κλέφτες όμως δεν «πρόκαμαν» να γείρουν εκείθε από τα «Τρία Σύνορα». Λούφαξαν εκεί παρέκει 15-20 μέτρα κοντά τους. Όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, φαίνεται πως παρευρισκόταν εκεί αόρατος κι ένας άλλος. Ήταν ανάμεσά τους κι ένας άφαντος παπάς, ο Άγιος Χαράλαμπος. Αυτός ξεγέλασε τους ληστές και τους έστειλε στη «Βρύση του Φιδιού», την κακοπέρατη και αδιάβατη περιοχή. Για να μη μπορέσουν να διαβούν τα « Τρία Σύνορα».
Μόλις ο Κούτσικος άκουσε να κουβεντιάζουν εναντίον του, σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Έριξε κατά κει που άκουσε τη φωνή. Κι η σφαίρα του πέτυχε ένα στόχο. Βάρεσε κάποιον. Ποιος ήταν αυτός; Βάρεσε το Σπύρο Καμπούρη, αυτόν που στην αρχή αμφέβαλε στη δύναμη του Άγιου. Αλλά δεν του ’κάμε μεγάλη ζημιά. Του ’κόψε μόνο δυο δάχτυλα από το αριστερό χέρι.
Όσο να καταλάβει ότι δεν πρέπει να βλαστημούμε και ν’ ασεβούμε στον Άγιο. Η δεύτερη τουφεκιά βάρεσε τον Ιωάννη Οικονόμου, τον άλλο αντιρρησία, που μίλησε αρχικά με δυσπιστία στον Άγιο, όταν του ζήτησαν βοήθεια. Τον τραυμάτισε στην κοιλιά, κάπως, ελαφριά, όσο να καταλάβει ότι το Θεό και τον Άγιο τους ευλαβούμαστε. Τον έκαψε το βλήμα ξυστά στην κοιλιά, αλλά δεν τον άφησε εκτός μάχης. Τώρα πολεμάει κι αυτός με πίστη και περισσότερη όρεξη, κατανοώντας το θαύμα.
Μέσα στην αναμπουμπούλα των τουφεκιών πετάγεται ο Χρήστος Αργυρός και φωνάζει:
-  Κύριε ενωμοτάρχα, χτυπά τους από τα πλευρά. Αλλά που ενωμοτάρχης!
Το είπε για εκφοβισμό. Φώναζε μετά ο Κούτσικος στο συνεργάτη του:
- Καραφρύδη, φυλάξου, έχουν κι απόσπασμα. Κοίτα μη μας βαρέσουν.
Ο Καραφρύδης φορούσε μια σαν αλεξίσφαιρη γούνα από τη μέση κι απάνω. Έπιασε έναν έλατο κι έριχνε από εκεί προφυλαγμένος. Σε κάποια όμως απρόσεκτη κίνησή του τον βρήκε μια σφαίρα συστημένη. Τον πέτυχε κάτω στα απόκρυφά του μέρη και τον άφησε αναίσθητο. Είναι ο τρίτος αυτός, που ασέβησε στον Άγιο. Όταν αρνήθηκε στον τσοπάνη να τον λύσουν και να του ξεχωρίσει πρόβατα, που να μην είναι « βακούφκα» του Αγίου. Αυτός δεν είπε:
-  «Κι εμείς βακούφκοι είμαστε.»;
Τώρα πλήρωσε κι ο ίδιος τις κλεψιές και τις ληστείες του. Αλλά πλήρωσε και την αμετανόητη ασέβειά του στον Άγιο Χαράλαμπο.
- Έτσι «επληρώθη το ρηθέν», όπως τελειώνει τη διήγησή του ο μπάρμπα- Ηλίας Σβεντζουρης.

(Από το βιβλίο: "Όσα κι αν περπάτησα...", έκδοση του Συλλόγου Αργιθεατών Θεσσαλών "Η ΕΣΤΙΑ")