Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς:
Μην την εξευτελίζεις…

Κ. Καβάφης    


 Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  45

Τώρα που φεύγεις πάρε μαζί σου…

  Ο Αύγουστος είναι στα τελειώματα…Τι γρήγορα που περνάει ο Αύγουστος! Κι εσύ, όπως κάθε χρόνο, ξαναπαίρνεις το δρόμο της φυγής απ’ το χωριό σου, για να επιστρέψεις στη μόνιμη διαμονή σου, στη δουλειά σου και σε ό,τι ορίζουν οι ανάγκες  στο μαγκανοπήγαδο της ζωής…  Ας είναι! Όπου είναι υγεία και χαρά παντού είναι καλά… Οι διακοπές τελείωσαν. Δεν πειράζει, θα έρθουν κι άλλες…
  Τώρα που φεύγεις κι αχνοσβήνουν πίσω σου τ’ αργιθεάτικα βουνά και χάνονται απ’ τα βουρκωμένα μάτια σου στην καταχνιά του ορίζοντα, πάρε μαζί με τις τελευταίες αναπνοές στη φύση κι όσες μπορείς να πάρεις απ’ τον τόπο σου ονειροπνοές…    
  Πάρε μαζί σου τις ρόδινες ανατολές που έζησες, την ομορφιά και την ευωδία των ταπεινών λουλουδιών (μαζί και το κλωναράκι βασιλικού που σου ’δωσε κάποια γιαγιά  στα ξεχωρίσματα), την αρμονία των ήχων, το θρόισμα των φύλλων της γέρικης κληματαριάς  σου, τη δροσιά του αέρα και του νερού της αγαπημένης βρύσης! Και τη χαρά απ’ των ανθρώπων  το αντάμωμα μην ξεχαστείς να πάρεις!...
   Όλα αυτά θα έρχονται αναμνήσεις στο νου σου και  θα γίνονται, για να σε συντροφεύουν, λυτρωτικές πνοές ονείρων. Όλα αυτά θα γίνουν  ονειροπνοές σου…   

Ένας χρόνος Καφενείο…

  Το δεκαπενταύγουστο του 2018 δημοσιεύτηκε το πρώτο (της δεύτερης φοράς) Καφενείο σε ηλεκτρονική μορφή. Συμπληρώθηκε ήδη ένας χρόνος και μπήκαμε στον δεύτερο. Εγώ ήθελα να μπω στον τρίτο, αλλά ο Κώστας Τσιάκαλος ανένδοτος. «Κουμάντο να κάνεις στο μαγαζί σου, όχι στην ιστοσελίδα μου», μού διαμήνυσε. «Σιγά μη σου τα μετρήσουμε και συντάξιμα! Ποιος σας κακόμαθε μ’ αυτά τα πλασματικά και τα ψάχνετε όλοι σας;» ήρθε και του Θανάση Καραγιώργου η επίπληξη.
  Κάπου εκεί τελείωσαν οι αξιώσεις μου. Ποιος κοτάει να τα βάλει με τους εκδότες; Ούτε ο Κυριάκος δεν κοτάει… Έτσι και τα βάλεις με εκδότη έμεινες ανέκδοτος… Θυμάστε τον Αλέξη; Μια γάτα Ιμαλαΐων του έβαλε δίπλα ο εκδότης και τα κακάρωσε. Και ποντίκι να ’τανε ο Αλέξης, λιγότερο φόβο θα πέρναγε.
  Για να μη νιώσω απόλυτα ηττημένος μπροστά στο εκδοτικό κατεστημένο, άρχισα να φιλοσοφώ λιανοσιουρίζοντας και έβαλα τους εκδότες να ψάχνονται… Κάθε μέρα μπορεί να είναι μια αρχή κάθε μέρα μπορεί να είναι ένα τέλος…
 
Ένας χρόνος Καφενείο… Η επιχείρηση πάει καλά, αλλά αυτό λίγο μας νοιάζει. Κι αν δεν πάμε καλά, με λίγο πολιτικό μέσον περνάμε τις ζημιές στους πελάτες κι εμείς περνάμε τα κέρδη μας στην Ελβετία και περνάμε μια χαρά. Έτσι την περνάνε όλοι οι λεφτάδες στον ντουνιά, που λέει και το άσμα. Ημείς τοιαύτην ανάγκην δεν έχομεν.  Το Καφενείο άνοιξε με το που ήρθε η ανάπτυξη. Και η ανάπτυξη δεν κρατιέται. Είναι σαν τη διάρροια… Είναι φανερό πια. Σε όλη τη χώρα δεν κρατιέται… Η διάρροια! Εθνική γαστρεντερίτις, είπαν οι γιατροί. «Ο λαός πρέπει να φάει γκόρτσα (αγένουτα, όχι ζούλες), για να σταματήσει το κακό».  Κι αυτό λίγο μας νοιάζει. Είναι δουλειά του Κικίλια να βρει άγρια γκόρτσα και ξινά σταφύλια (Γι’ αυτό έβαλαν ψηλό υπουργό υγείας. Για να φτάνει απού καταή να ραβδίζει τ’ς γκουρτσιές).

  Δική μας έγνοια μόνο το Καφενείο με βασική θέση σε ό,τι γράφεται την ευθύνη. Ο σεβασμός στον ακροατή ή αναγνώστη ορίζει αυτή την ευθύνη του δημόσιου λόγου. Η κριτική σας θα ελέγχει, αν τηρείται αυτή η αρχή, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να συμφωνούμε  σε όλα ή να προσεγγίζουμε όλοι τα διάφορα θέματα με την ίδια οπτική.
(Κατάφερα κι έγραψα τέσσερις σοβαρές σειρές κι ένα χειροκρότημα δεν άκουσα, ούτε καν για την οπτική. Αν ήμουν πολιτικός αρχηγός τέσσερις φορές θα με είχαν χειροκλοτσήσει. Δεν πειράζει! Δικά σας είναι τα χέρια και τα βαράτε όποτε θέλετε…)
  Κάτι ακόμα. Όσο περισσότερα γίνονται τα Καφενεία τόσο μεγαλώνει και η αγωνία μου, μήπως ξανάγραψα κάτι απ’ αυτά που πάω να γράψω.  Αμέσως, όμως, ησυχάζω, γιατί σκέφτομαι πως δεν υπάρχει περίπτωση να τα θυμούνται αυτοί που τα διάβασαν, αν τα ξέχασα εγώ που τα έγραψα. Είναι, επίσης, γνωστό ότι ο λαός ξεχνάει τα πάντα και μόνο δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά. Με τις πρόσφατες εκλογές το ξανατσεκάραμε, αλλά με τέτοια αριστερά πώς να μην ξεχάσεις τη δεξιά, για να μην πω ότι σε κάνει να την αποζητάς κιόλας, χώρια που δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις τη μια από την άλλη…
  Συνεχίζοντας στον δεύτερο χρόνο το Καφενείο σας εύχομαι να έχετε υπομονή κατά την ανάγνωσιν, κατανόησιν και επιεική κρίσιν για τον γράφοντα και καλό κουράγιο για τα υπόλοιπα.
  Να σας ανοίξω για τα γενέθλια δυο μπίρες και μια κονσέρβα που έτσι κι αλλιώς λήγει, αν δεν έληξε. Έτσι για τα ΄΄χρόνια πολλά΄΄. Κερί δεν θα σβήσουμε! Δεν είμαστε και πυροσβέστες… Ο Κώστας Μπαλατσούκας κι ο Γιάννης Πολύζος που είναι ταβλαδόροι (πυροσβέστες δηλαδή) είναι σε άδεια, οπότε δεν υπάρχει σχετική δυνατότητα. Εκτός αυτού είμεθα και ενάντιοι στα ξινόφιρτα ιθίματα…

Επαναφορά

  Το Καφενείο παρασύρεται καμιά φορά, αλλά δεν χρειάζεται ανησυχία. Όλο και θα βρίσκει τη δική του κανονικότητα… Υπομονή, κατανόηση και επιείκεια δεν σας ζητώ ιδώ αουπανούλια; Τ’ αστόχ’σιταν αμέσους; Δεν κάνουμι χουριό έτσι!
  Δεν πρέπει να συμπαρασταθούμε στους συνανθρώπους μας που τελειώνουν οι διακοπές τους και ξαναγυρνάνε στις δουλειές τους; Ξέρετε τι βασανιστική είναι  αυτή η προσαρμογή; Ιξιπιτούτου, λοιπόν, οι αναφορές στις ονειροπνοές…
  Τώρα, για σας που δεν πήρατε αυτές τις ονειροπνοές, βγάλτε τα πέρα όπως νομίζετε. Ελπίζω τουλάχιστον να πήρατε μαζί σας τον τραχανά. Χωρίς ονειροπνοές κάπως θα τα καταφέρετε, χωρίς τραχανά δεν βγαίνει χειμώνας. Μαζέψατε και ρίγανη. Να δω πού θα τη βάλετε! Στον τραχανά πάντως δεν μπαίνει. Τραχανά ριγανάτο ούτε ο πιο γκουρμεδοδιεστραμμένος τηλεμάγειρας δεν επιχείρησε ακόμα.
  Θα κλείσω αυτόν τον λόγον με την αναφορά μου στον τυρολόγον, αν και είμαι σίγουρος, πως δεν το ξεχάσατε αυτό το αξεσουάρ! Μα τυρί, μα κλουτσουτύρι θα σας βγάζει από τα δύσκολα. Καλύτερα σήμερα να έχεις τυρολόγο παρά ασφάλεια ζωής…

Παν’γύρια, πάρτια κι αερόστατα…

  Τέλη Αυγούστου τελείωσαν και τα πανηγύρια (οι φωτοτυπίες πανηγυριών για να είμαστε πιο ακριβείς), χαλάρωσαν και τα τέλια απ’ τις ηλεκτρικές κιθάρες (που αποδίδουν όσο πιο νοθευμένα μπορούν τα δημοτικά μας τραγούδια). Τέλος (Δε εντ, που λένε στα Βραγκιανά) κι στα πάρτια (ποταμίσια, λιμναία ή της ξηράς).
  Το καινοφανές φέτος ήταν το αερόστατο σε κάποιο απ’ αυτά της κοιλάδας (μία είναι η κοιλάδα), βραγκιανίτικο, δικαίως ή αυθαιρέτως, το χρεώνω… Το σίγουρο είναι ότι παρουσίασαν και έθεσαν σε πορεία αερόστατο, αλλά λεπτομέρειες μη με ρωτάτε, καλύτερα να καταφύγετε εις το έγκριτον φέισμπουκ και τους φεϊσμπουκάδες.
  Προσωπικά δεν μου είναι ανεξήγητο, διότι θυμάμαι κάποια πράγματα (χαρά στου θυμητ’κό σ’, αρέ Γιάννη) απ’ την λίγη επαφή μου με την ψυχολογία και τους όρους της προβολή και ταύτιση. Η επιστημονική ασχετοσύνη μου με ανάγκασε να υποβάλω σχετικό ερώτημα στην ψυχολόγο του δήμου μας και η οποία μου είπε: «η χρήση του αερόστατου υποδηλώνει το αίσθημα κατωτερότητας που προκαλείται στους κατοίκους  της κοιλάδας λόγω του χαμηλού υψομέτρου και την ανάγκη τους να αντιδράσουν.  Είναι το μέσον δια του οποίου προβάλλουν την αδυναμία τους να ανέβουν ψηλότερα κι αναγκαστικά ταυτίζονται μ’ αυτό στην ανοδική πορεία του. Επίσης, αισθάνονται και ασφάλεια, γιατί οι Στεφανιώτες δεν κλέβουν αερόστατα».
  Άλλοι υποστηρίζουν (πάνε να τα μπαλώσουν, όπως καταλαβαίνετε), ότι ήταν απλά ένα πείραμα του γνωστού φυσικού Πάνου Στάθη, ο οποίος ήθελε να αποδείξει ότι οι θερμές μάζες του αέρα (απού θιρμές μάζις, άλλου καλό στα Βραγκινά!) διαστέλλονται, γίνονται ελαφρότερες και ανεβαίνουν προς τα πάνω (τουλάχιστον ως το Σπαρτήσι). Βιβαίους, έτσι είνι. Οι θιρμές μάζις έχουν μυαλό, δεν κάθουντι κάτ’ σαν τ’ς Βραγκιανίτις να ψένουντι στ’ς μηλίστις.
  Θα κλείσω για τα πάρτια με το προσαρμοσμένο για την περίσταση τραγούδι που απέδωσε με απαράμιλλο λυρισμό η λαϊκή μούσα:
   Πάρι μι στου πάρτι μπάρμπα, κατ’ στουν Ασπρουπόταμου (γουάιτ ρίβερ)
   ιγώ θα σι γυρίσου πάλι, μι του αϊρόστατου.

   Ισύ θα πίν’ς ουίσκι μπάρμπα κι ιγώ ξ’νόγαλου...
(Βιάζουμαν κι δε μπόρισα να του συνιχίσου άλλου. Τιλειώστι του μαναχοί σας!)

Ένα μεγάλο μπράβο στους Κουμπουριανίτες!...

  Είχα γράψει παλιότερα, για να επαινέσω, ίσως, το παραδοσιακότερο πια πανηγύρι της περιοχής μας, ότι η οργάνωση και η  συνεργασία των Κουμπουριανιτών πρέπει να γίνει παράδειγμα.
  Τώρα γράφω για να τους ξαναπώ ένα μεγάλο μπράβο! Φέτος έκαναν το καλύτερο πανηγύρι, γιατί δεν έκαναν πανηγύρι. Το χωριό στάθηκε σύσσωμο, για να συμπαρασταθεί  στο πένθος πολλών χωριανών,  που έφερε ο θάνατος του Κώστα Μανίκα στο πρόσφατο δυστύχημα και νωρίτερα ο θάνατος του κουμπουριανίτη γαμπρού Κώστα Δεληγιάννη. Δυο νέοι άνθρωποι έφυγαν, έτσι, απρόσμενα…
  Όσο κι αν είναι στην καθημερινότητά μας, παραμένει μέγα το μυστήριον του θανάτου και βιώνεται απ’ τους ζώντες. Η ζωή μας έχει και τις λύπες και τις μεγάλες λύπες. Καθένας τις αντιμετωπίζει με τον τρόπο του. Πάντα, όμως, σημαντική θα στέκει στην αντιμετώπιση η συμπαράσταση των ανθρώπων.
  Έτσι αποφάσισαν φέτος οι Κουμπουριανίτες… Για να μας ξαναθυμίσουν, ότι δεν τα ισοπεδώνουμε όλα κι ότι στην παράδοσή μας υπάρχει και το πένθος, καταγραμμένο κι αυτό στα αμέτρητα μοιρολόγια του λαού μας. Πώς να έκαναν το πανηγύρι όλοι αυτοί που το υπηρετούσαν,  τώρα που έλειπε ανάμεσά τους, πρωτεργάτης κι αυτός, ο Κώστας; 
  Αγαπητοί Κουμπουριανίτες! Θέλω να κλείσω με μια ευχή. Ποτέ ξανά να μην υπάρξει αιτία, που θα σας χαλάει το όμορφο πανηγύρι σας!...

Εργολαβίες, εργολάβοι κι έχουμε να λαβαίνουμε…

  Τηλεγράφημα προς περιφερειάρχην, αντιπεριφερειάρχην, υποπεριφερειάρχην (ρε, υπάρχει και τέτοιος), περιφερειακούς συμβούλους, περιφερειακούς παίχτες του μπάσκετ, και προς οιονδήποτε περιφέρεται εντός της περιφέρειας Θεσσαλίας και νήσων αυτής και σε οιονδήποτε ποιεί την νήσσαν (δηλαδή την πάπιαν)…
  Αναζητούνται εργολάβοι που ανέλαβαν έργα ασφαλτόστρωσης επί τμημάτων της επαρχιακής οδού από  διασταύρωση Ι. Μ. Σπηλιάς προς Αετοχώρι. Στοπ!
  Αναζητούνται μέσω της γραμμής ζωής, του τμήματος αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και του κυανού σταυρού που βάζουμε κάθε φορά στις εκλογές (καλά να πάθουμε!) Στοπ!
  Αναζητείται ταυτόχρονα και δικαιολογία που να ευσταθεί. Στοπ!
−Ρώτα κι για του κριάρι του θ’κό μ’, μην ξέπισι π’θινά σι κάνα μπ’λούκι. Έχου μέρις να του ιδού στα πρόβατα μ’, είπε κι ου Κώτσιας, μόλις έμαθε ότι κάτι ψάχνουμε.
  Κύριε, Αγοραστέ
Αν δεν βρίσκετε  πουθενά  τους εργολάβους,  αγοράστε  από ένα ζαχαροπλαστείο και στείλτε μας ένα κουτί εργολάβους (να ρουκανάμι απού κανέναν μέχρι να έρθουν οι εργολάβοι). Προσοχή! Να μην είναι τίποτα μπαγιάτικοι και ξεροί και τσακίσουμε κάνα δόντι! Να φάμε θέλουμε, όχι να πετροβολάμε! Έχουμε και στουμπιές…
  Α, μη  φάν’κι αυτού σια κάτ’ κι του κριάρι τ’ Κώτσια;
  Συμπέρασμα 1: Έτσι την παθαίνουν όσοι ψήφισαν επί πιστώσει…
  Συμπέρασμα 2: Ου παντός πλειν ες Αετοχώριον. Εκτός κι έχεις ψηλό αμάξι ή είσι π’λί (αυτό θέλει να πει το πλειν) 
  Συμπέρασμα 3: Είδες αμάξι με κουρνιαχτό ή λασπωμένο; ΄Η μαρκιλισιώτ’κου είνι ή απ’ τ’ Μαρκιλέσι διάφ’κι.  

Διακόπτω για διατύπωσιν προτάσεως

  Όταν είναι δικό σου το μαγαζί, εσύ κάνεις κουμάντο. Μ’ του ’πι κι ου Τσιάκαλους προυτύτιρα, θ’μάστι; Διακόπτω, λοιπόν, να διατυπώσω (εντελώς ξεκάρφωτα) σοβαρήν πρότασιν προς τον Σύριζα, διότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι θεσμός του πολιτεύματός μας. Ας μην λησμονούμε ότι ο εν λόγω θεσμός μάς έφερε τους προσφιλέστατους θεσμούς και μας απάλλαξε απ’ την επικατάρατη τρόικα.  
  Αι κομματικαί διεργασίαι αίτινες συντελούνται δια την μετεξέλιξιν (μετάλλαξιν) του συριζομάγαζου,  προσκρούουν (τσιουγκράν να καταλάβιτι)  εν πολλοίς και στο όνομα που θα επιλεγεί, για να  φρεσκαριστεί η ταμπέλα του. Για να συμβάλω κι εγώ σ’ αυτή την  αναζήτηση, στο πλαίσιο του  «πας πολίτης προτείνει», προτείνω το κόμμα αυτό να ονομαστεί ΤΣΙΠΟΥΡΑΔΙΚΟ με μόνιμο αρχηγό τον Τσίπρα. Θα ψηφιστεί απ’ όλους τους άντρες, απ’ τις περισσότερες γυναίκες, οπωσδήποτεν απ’ την Παπακώστα, την Μεγαλοοικονόμου κι όσες τα οικονομήσανε και απ’ την Αυλωνίτου, αν της δώσουνε από πριν το ψηφοδέλτιο, για να μην τα μπερδέψει στο παραβάν.
  Εναλλακτικά προτείνω και το Π.Ξ.Σ. (Περσινά Ξινά Σταφύλια), όπου υποκρύπτεται και το Πασόκ – Ξενογιαννακοπούλου – Σύριζα με γέφυρα την Ξενογιαννακοπούλου, όπως βλέπετε. Πώς διέφυγε του Μενέλαου αυτή η γέφυρα;
  Βάλτι τα τσίπρα! Να μας ζήσει τ’ όνουμα! Άμα βρούμι κάνα άλλου τα ματαλέμι…

Στα λεοντίτικα Λακκώματα

  Βρέθηκα μια μέρα στα Λακκώματα στο Λεοντίτο για επιστημονικούς λόγους. Πήγα να δω αν υπάρχουν λαγουκακαράντζις, γιατί ο Σούλης ο Αποστόλου που διεξάγει συνήθως αυτή την έρευνα,  δεν είχε έρθει ακόμα να μας πληροφορήσει σχετικά και η επιστημονική κοινότης βρίσκονταν σε εύλογη ανησυχία. Στα Λακκώματα, βέβαια, πηγαίνουν κι άλλοι επιστήμονες, για να δουν ας πούμε, αν μπορούν να μπουν ανεμογεννήτριες κι λίγου χαμπλότιρα απ’ τ’ν καλύβα τ’ Ζιώγα.
  Αφού συγκέντρωσα αρκετά επιστημονικά στοιχεία, κάθισα στον ίσκιο από έναν κοντοέλατο να φάω καμιά οχτακοσαριά χαψιές ψουμουτύρι που είχα πάρει μαζί μου.  Βλέπω έρχονταν προς το μέρος μου μια ηλικιωμένη γυναίκα, ζαλικωμένη με λίγα ξυλάκια. Περπατούσε και μιλούσε μόνη της (αυτό το παθαίνουμι κι ιμείς όταν έρχιτι ου ένφιας). Όταν έφτασε πιο κοντά διαπίστωσα με έκπληξη ότι έκανε απαγγελία στίχων του Μπρεχτ. Άκουσα καθαρά τι έλεγε:
«Είδα το παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα νέο.

Σερνόταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρωμούσε  νέες μυρωδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε πριν ξαναμυρίσει».
Δεύτερη σκέψη. Είναι δυνατόν να ξέρει η γριά Μπρεχτ ή να ’νι κάνα αφάντιασμα; Ας που του πατηρημών για παν ινδιχόμινου. Είνι μην αντέ’εις…
Δεν χρειάστηκε. Η γιαγιά ήρθε κοντά (απ’ το Λεοντίτο ήταν), με καλημέρισε, γνωριστήκαμε, ανακατώσαμε λίγο τα σόια μην κρούουμαστι απού π’θινά, κουβεντιάσαμε ώρα. Κάποια στιγμή τη ρώτησα:
− Δε μου λες θεια κι να με συμπαθάς. Πώς έμαθες εσύ απέξω αυτά τα λόγια από τους στίχους του Μπρεχτ;
−Δεν ξέρου ιγώ κάναν Μπρεχτ. Ου Γρίβας τα κουμπόδιαζι αυτά απ’ κάτ’ στουν πλάτανου κάθι καλουκαίρι κι τα ’μαθαμαν ούλοι τόσις βουλές π’ τα ’πι.
− Καλά, και γιατί το λες φωναχτά εδώ στην ερημιά; Σου αρέσει τόσο πολύ;
− Δε μ’ αρέσει,  αλλά δε θέλου  κι  να τ’ αστουχήσου,  γιατί  λέει  νια  αλήθεια  π’ τ’ν
ίβρισκα μπρουστά μ’ ούλα μ’ τα χρόνια κι να ’χιτι του νου σας ισείς οι νιότιροι κι να φ’λάιστι όσου μπουρείτι! Του παλιό πουλλές βουλές έρχεται σα νέου, αλλά αυτό του νέου κάθι βουλά είνι χειρότιρου κι απ’ του παλιό…

Ορκωμοσίες

  Στο τελευταίο καλοκαιρινό Σαββατοκύριακο έγιναν και στο νομό μας οι ορκωμοσίες των νέων δημάρχων, συμβούλων, τοπικών προέδρων και συμβουλίων. Έτσι θα μπούμε απρόσκοπτα στο φθινόπωρο, για να προετοιμάσουμε τον χειμώνα που μας περιμένει… Με την έναρξη του τρύγου θ’ αρχίσουμε να τρυγάμε και τους καρπούς των επιλογών μας και στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
  Καλή και επιτυχή θητεία σε όλους! Καλά αποτελέσματα σε ότι υπηρετεί το κοινό καλό τόπων και ανθρώπων!
  Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι θέλανε να ορκιστούν από δεσπότη, δε βολεύονταν με κατώτερο! Σου λένε: θα γίνουμε που θα γίνουμε επίορκοι, καλύτερα να ’χουμε για διαμεσολάβηση με τον Ύψιστο το δεσπότη. Τι να σου κάνει ένας απλός παπάς; Μπορεί να προβλέπεται κι απ’ το πρωτόκολλον, δεν γνωρίζω. Πάντως, ο δεσπότης δεν άφησε κανέναν στο παράπονο, μπήκε στην ταλαιπωρία των μετακινήσεων και έδωσε προς όλους την ευλογία του.
  Πληροφορία που διακινήθηκε, ότι και στις έξι ορκωμοσίες παραβρέθηκε και ορκίστηκε, κάθε φορά και σε άλλη θρησκεία, ο Γιωργάκης ΓΑΠ, ελέγχεται ως ανακριβής, αλλά δεν παίρνουμε κι όρκο…

΄Η στον Άρη ή στο Κουζιουκάρι

  Τι ήταν να αναφέρω τις ονειροπνοές, πλάκωσαν οι ονειροπαρμένοι. Απ’ την διεθνή επικαιρότητα πληροφορηθήκαμε ότι ο Έλον Μασκ (δεν γνωρίζω αν πατάει καλά) προτείνει να βομβαρδιστεί με πυρηνικά ο πλανήτης Άρης, για να γίνει κατοικίσιμος!
  Άμα είναι έτσι να βομβαρδίσουμε κι εμείς τ’ Κουζιουκάρι να γίνει κι αυτό κατοικίσιμο κι αργότερα βλέπουμε, μπορεί να το κάνουμε και πρωτεύουσα. Έτσι κι αλλιώς η Μπουκοβίτσα του χεριού μας είναι και δεν δέχομαι αντιρρήσεις, γιατί οι περισσότεροι Μπουκουβ’τσιάνοι μάλλον κατοικούν ήδη στον Άρη και λίγοι γνωρίζουν τι εστί το Κουζιουκάρι…

Λουλούδια…

  Λουλούδια του τόπου μου! Του τόπου μου στολίδια!
Πόση χαρά μας δίνει η ταπεινή σας μεγαλοπρέπεια!
Και πόσο τη χαρά με τη σιωπή σας τραγουδάτε,
σ’ όσους μπορούν ν’ ακούνε  τα τραγούδια σας!
  Στις ερημιές ποιο χέρι σας φυτεύει, σας ποτίζει,
για να σκορπάτε γύρω σας χρώματα κι ευωδιές;
Δώρα της φύσης σ’ όσους περπατούν στις στράτες,
στα χωράφια, στις πλαγιές και στων βουνών τις ράχες…
  Κι όσοι μπορούν να σας διαβάζουν,
ξέρουνε πια καλά τι
ονειροπνοές…

                                                                                                                                 

 

Το Άρθρο σε μορφή PDF