Ακόμα λίγο - τελευταίοι στοχασμοί του ήλιου…

Μη φεύγετε, χρώματα, χρώματα!

Ζ. Παπαντωνίου – Πεζοί Ρυθμοί

                                        

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  44

 Καλώς ανταμωθήκαμε

  Καλοκαίρι! Καρδιά του καλοκαιριού! Στην Αργιθέα,  όπως και στην υπόλοιπη ελληνική ύπαιθρο, ανοίγουν οι πόρτες και τα κλεισμένα παραθυρόφυλλα των σπιτιών. Άνθρωποι ανταμώνουν χαιρετιούνται, χαίρονται… Συγγενείς, φίλοι, χωριανοί ξανασμίγουν, γίνονται μέτοχοι της χαράς αυτού του ανταμώματος.
  Έτσι εκτός απ’ τα πρόσφατα ελπιδοφόρα θυρανοίξια στο νεόδμητο εκκλησάκι του Οσίου Παϊσίου, του Αγιορείτη, στο Μελάνυδρο και στο ανακαινισμένο των Αγίων Νεκταρίου και Βλασίου στα Βραγκιανά (με την ευκαιρία συγχαρητήρια στους συντελεστές και να έχουν τη θεϊκή βοήθεια και την προστασία των τιμώμενων αγίων) έχουμε και των κλεισμένων σπιτιών τα «θυρανοίξια» στα χωριά μας. Σπίτια που μπορεί να μένουν κλειστά κι έναν ολόκληρο χρόνο, ανοίγουν τώρα, έστω και για λίγες μέρες, για να μπει ελεύθερα ο φρέσκος αέρας κι ο ήλιος, για να ανάψουν τα φώτα, για ν’ ακουστούν πάλι ανθρώπινες κουβέντες και γέλια, για να πάρουν και πάλι ζωή… Η νοσταλγία του γυρισμού ξαναφέρνει τους απόδημους πίσω, για να ανανεώσουν μνήμες προσώπων, γεγονότων και πραγμάτων, για να δηλώσουν την ακατάλυτη σχέση τους με τη γενέθλια γη της Αργιθέας.
  Λίγο ο λογοτεχνικός οίστρος και πολύ η ζέστα που με βάρεσε στο κεφάλι με παρέσυραν σε επικίνδυνους για ΚΑΦΕΝΕΙΟ ατραπούς, μονοπάτια, σύρματα και γιδόστρατες… Πάμι του γληγουρότιρου παρικάτ’!
  Έρχονται, λέμε, οι Αργιθεάτες να ξαναπάρουν δύναμη στα πάτρια εδάφη, λίγο τραχανά φεύγοντας, κανιά σφήνα τυρί και τσιαλαφούτι (οι της Ανατολικής εννοείται, γιατί το τσιαλαφούτι δεν ευδοκιμεί όθι να ’νι. Μην ξιρουγλείφιστι οι Βραγκιανίτις και τ’ς κοιλάδας Αχιλώου γινικώς), αλλά ας μην πάμι στ’ φύβγα, ακόμα δεν ήρθαν… Κατά τον επαναπατρισμόν  των Αργιθεατών συμβαίνουν διάφορα τινά. Ας παρακολουθήσουμε κάποια, να σας βάλω στο ντορό, βρείτε εσείς τα υπόλοιπα!

   «Είμι στου Μπζάκι κι πααίνου σι’ απάν!» Μόλις φτάσει ο Αργιθεάτης στο Μουζάκι πρώτη δουλειά να κοινοποιήσει στο φέισμπουκ το γεγονός. Κάθεται καμιά δεκαριά λεπτά να μάσει καμπόσα λάικ και κάνα σχόλιο: «Μπράβο, αρέ καχριμάνη! Πώς πύτ’χις κι έφτασις; Φαίνιτι έχ’ς καλό τζιπιές!», «Φέρι μας κάνα καόνι, άμα γυρί’εις σια κάτ’!» και μετά πάει για τα τελευταία ψώνια, γιατί στο Μουζάκι τελειώνει ο πολιτισμός και η καταναλωτική του μανία. Ό,τι δεν έγραψες σε σημείωμα ή ξέχασες να το πάρεις εδώ, ξέγραψέ το! Μετά αρχίζει η ελευθερία των Αγράφων… 

   Μην ανησυχείτε! Δεν επίκειται ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος! Αργιθεάτης είναι αυτός που ψωνίζει. Και τα θέλει όλα, τώρα που ανεβαίνει στην Αργιθέα. Απ’ την οδοντογλυφίδα (ποιος κάθεται να πελεκάει οδοντογλυφίδες…) μέχρι οτιδήποτε σκεφτεί πως θα του χρειαστεί αυτές τις μέρες των διακοπών του. Κριάτα (νομίζει ότι είναι και ντόπια), καραμέλις ξιμπλέτσουτις, λουκούμια (ξερά που δεν τρώγονται, αλλά δεν πειράζει θα τα βάλει σφήνες σε κάναν ξιρότ’χου), φρούτα κι οπωσδήποτε μπανάνες. Να μην έχει το παιδί μπανάνα στ’ Μαρκιλέσι!… Γλέπιτι, οι μαρκιλισιώτ’κις οι μπανάνις γένουντι ουψ’μότιρα, μαζί μι τα κράνια κι τα γκόρτσα. Κι ψουμί. Παραλίγου ν’ αστουχήσου του ψουμί…

   Ψωμί ψωνίσατε; Όπως περνάνε οι ακρίδες στο χωράφι και το φκιάνουν κουρνιαχτό,  έτσι περνάνε οι Αργιθεάτες στους μουζακιώτικους φούρνους. Δέκα η ώρα το πρωί δεν βρίσκεις ούτε αντίδωρο. Καθένας που περνάει αγοράζει, για να γεμίσει τον καταψύκτη του. Περνάει κι ο Χατζής και φέρνει ψωμί, αλλά δεν μπορείς να βασίζεσαι. Αν ξεπουλήσει στο Λεοντίτο, γιατί να έρθει στο Μαρκελέσι; Να δει ποιος κέρδισε στη δηλωτή; Οπότε, για σιγουριές, πάρτε ψωμί!
  Πέρασα νια μέρα στουν ξάδιρφου μ’ του Λιφτέρη Μπαλατσούκα πο’ ’χει φούρνου στου Μπζάκι κι βγάνει κι του καλύτιρου ψουμί (να μη διαφημίσου τουν ξάδιρφου;):
─ Καλ’μέρα ξάδιρφι, τι έχ’ς σήμιρα απού αρτουποιήματα;
─ Απού άρτου, ξάδιρφι, τίπουτα δεν έμεινι, ούτι τριμμόψ’χα, απού ποίματα θ’μάμι να σ’ που κάνα δυο. Μην έχ’ς να μ’ δώκ’ς λίγου ψουμί πο’ ’ρχισι απ’ τ’ Λάρ’σα;
─ Παλάβουσις, Λιφτέρη; Ιγώ ήρθα να πάρου ψουμί σι σένα κι ισύ μ’ χαλέβ’ς ψουμί;
─ Τι να κάνου, αρέ Γιάννη; Δεν πρόπ’σα ν’ αναμιρίσου ούτι νια φραντζιόλα. Πέρασαν κάτ’ Λιασκουβίτις, έχουν κι του παν’γύρι ταχιά, του σήκουσαν του ψουμί.
─ Καλά, άμα είνι έτσι, θα ψάξου σι κάναν άλλου φούρνου. Έλα να πάμι παρέα να πάρ’ς κι ισύ θ’κό σ’! (α, ρε Λιασκοβίτες! Μας βόσκαηταν τουν τόπου, τώρα μας παίρνιτι κι ούλου του ψουμί!)
─ Θα γιλάει ου κόσμους μι μένα, άμα πάου ν’ αγουράσου ψουμί σι άλλου φούρνου. Θα πάου στα Τρίκαλα να πάρου.
─ Γιατί ου γιατρός, άμα χρειαστεί ινχείριση, σι άλλουν δεν πάει; Μαναχός τ’ δε μπουρεί να τ’ν κάνει. Ου κουρέας τα ίδια. Σι άλλουν κουρέβιτι. Κι ου παπάς άμα πιθάνει σι άλλουν πάει για να τουν θάψει…
─ Δεν ξέρου τι κάνει ου παπάς, φεύγου για Τρίκαλα, να πάου προυτού κλείσουν τα φούρνια.
─ Στάσ’ Λιφτέρη! Άμα βρου ψουμί ιγώ θα πάρου κι ένα παριπάν για σένα. Τι του τσούρμουσις για Τρίκαλα σήμιρα;
─ Καλά λες, αρέ ξάδιρφι! Δεν του σκέφ’κα ντιπ. Τι ξουράφι είσι!
─ Καλά λέου κι ματαλέου να βάλ’ς μυαλό μ’ αυτό πο’ ’παθις. Άκ’ να μείνει απού ψουμί… Στ’ν ανάγκη, διώξι τ’ς Λιασκουβίτις. Να παν απάν να ζ’μώσουν! Ζιστό χουριό έχουν, δεν αργεί να γένει του ψουμί…

   Στο χωριό…Επιτέλους έφτασε! Ξεκλείδωμα σπιτιού, ξεφόρτωμα αυτοκινήτου κι αμέσως αρχίζουν άλλα ρήματα με το ξε μπροστά: ξαράχνιασμα, ξεσκόνισμα, ξεχορτάριασμα, ξεπατωμός (μπορεί να μην είναι ρήμα αυτό αλλά το ξε το ’χει). Μέσα σε μια βδομάδα το πολύ θα το ’χει στην εντέλεια το σπίτι, για να κάτσει να ξεκουραστεί (κι άλλο ξε) τις υπόλοιπες τρεις μέρες που του απέμειναν.

   Αναχώρηση… Κι ύστερα πάλι φόρτωμα, κλείσιμο του σπιτιού και τέλος στην ψευδαίσθηση των διακοπών. Η διαδικασία της επιστροφής έρχεται σαν μια τιμωρία χωρίς αναστολή… Του χρόνου πάλι! 

  Προς μόνιμους κατοίκους Αργιθέας: Δείξτε κατανόηση σε ό,τι περίεργο βλέπετε από αυτούς που ανεβαίνουν το καλοκαίρι στα χωριά μας! Δεν ξέρετε τι καυσαέριο έχουν φάει και τι βαζούρες πέρασαν ένα ολόκληρο χρόνο κι αυτά δεν βγάζουν γερά παιδιά…

 Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ’σουν δυο φορές το χρόνο!

  Αύγουστε, και τρεις φορές το χρόνο να ήσουν δεν θα μας πείραζε, αρκεί να μην πληρώναμε τρεις φορές τους λογαριασμούς σου…

 Ζέστες και ζεστές ειδήσεις

  Λένε πως τον Αύγουστο  και το  καλοκαίρι  γενικότερα δεν υπάρχουν ειδήσεις. Μην τους ακούτε! Μην τους ακούτε! Σταματάει η ζωή το καλοκαίρι; Όχι, βέβαια! Τι, επειδή πήγε διακοπές ο Πρετεντέρης κι ο Παπαδάκης έπεσε στη χώρα γενική ακινησία; Ειδήσεις θέλετε; Ακουρμαστείτε ν’ ακούσετε!
  Επιστολή καφετζή (κι ένα καμμένο γράμμα) προς τον πρωθυπουργόν:
  «Εξοχότατε, κύριε πρωθυπουργέ
Αν συνεχίσεις αυτό το βιολί, θα γίνουμε όλοι εξοχότατοι, γιατί θα κοιμόμαστε στην εξοχή, επειδή κανένας δε θα κοτάει να κοιμηθεί στο σπίτι του, λόγω των συχνών σεισμών που παρατηρούνται, αφότου αναλάβατε τα καθήκοντά σας. Γνωρίζουμε ότι και οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί ήταν πρωθυπουργοί των λιμών, λοιμών, και καταποντισμών, αλλά εσείς είστε αποκλειστικά των σεισμών. Δύναμαι να είπω ότι είσθε ο Εγκέλαδος μεταμορφωμένος! Πολύ φοβούμαι ότι το Κούλης θα αντικατασταθεί απ’ το Σεισμούλης. Κανονικά, αν υφίσταται πολιτική προστασία, πρέπει να σε πηγαίνουν στο κοντό ο Λέκκας με τον Βαρώτσο, γιατί, ως επιφανής πλέον, προκαλείς επιφανειακούς σεισμούς και όπως έλεγε ο Περικλής «σεισμών επιφανειακών πάσα γη τάφρος». Όμως, να ξέρεις δεν θα σου επιτρέψουμε να κάνεις τη χώρα σαν τη Λεύκα Πετρίλου ή τη Σκάλα Μπουκοβίτσας ή ακόμα χειρότερα ένα απέραντο Τριζόλ. Σταμάτα σ’ ένα μέρος να σταματήσουν οι σεισμοί το γρηγορότερο.
Ρώτα και τον άλλο Κυριάκο, τον Βελόπουλο, μην έχει καμιά αλοιφή για σεισμούς!    Φτάνει! Ήδη έχουμε πολλές αποδείξεις πια για την γκαντεμιά σου…»

  Ακινησία: Αντιθέτως στον Σύριζα δεν κουνιέται ούτε φύλλο. Τι φύλλο, ούτε ο Φίλης δεν κουνιέται (παρότι διαθέτει ευελιξία Πάγκαλου). Κάθονται όλοι και περιμένουν τι θα κάνει ο Τσίπρας με το κόμμα. Ο Τσίπρας είναι στην κατάσταση: «να πάει πίσω ντρέπεται, να πάει μπροστά φοβάται».
  Άλλοι του λένε να το κάνει σοσιαλδημοκρατικό και άλλοι να το αφήσει αριστερό. Γνώμη μου είναι, Αλέξη, να το κάνεις με μανεστράκι στη γάστρα ή με ρύζι αν το προτιμάς ριζοσπαστικό ή χωρίς ρύζι για σκέτο σπαστικό και να τη σπάσεις σε όποιον πάει να σηκώσει κεφάλι. 

   Ορκίστηκε νέα κυβέρνηση. Και το χειρότερο πήρε και ψήφο εμπιστοσύνης. Δεν είναι είδησις αυτό; Καλοκαιρινή κυβέρνηση για ατέλειωτους χειμώνες! Προς το παρόν δεν ξέρουμε τι θα μας τσουρουφλίσει περισσότερο, ο καύσων ή ο Κυριάκος; 
Προσωπικά ως τώρα με ενόχλησε εκείνος ο Μηταράκης, που είπε ότι βρήκε μόνο κατσαρίδες στο υπουργείο. Ψέματα! Οι κατσαρίδες στη ραδιενέργεια αντέχουν, δεν θα άντεχαν και τους συριζαίους, για να τις βρει ο Νότης…

   Τους δούλεψαν οι συριζαίοι τους νεοδημοκράτες. Τους έβαλαν να κυβερνάνε κατακαλόκαιρο κι αυτοί απολαμβάνουν διακοπές. Τεσσεράμισι χρόνια διακυβέρνησης ήταν αρκετά να ξεφύγουν απ’ την Κούνεβα και να κάνουν κονέ με κουνάβια που έχουν κότερα. Ανεβασμένοι πια στα κότερα ναυμαχούν τον καπιταλισμό (κούνια που τον κούναγε) μες στου Αιγαίου τα νερά (πρόβαλε να ιδείς).  
  Έρμε λαέ, μην κουνάς το κεφάλι σου από απορία. Στον τοίχο να το κοπανάς με τις επιλογές που κάνει κάθε φορά... 

  Ορκίστηκε κι ο Γιωργάκης. Σιγά την είδηση, θα πείτε. Ο Γιωργάκης εκλέγεται από το 1981. Ναι, δεν αντιλέγω, αλλά η είδηση είναι αλλού. Τι αλλού… Αλλού για αλλού είναι… Ο Γιωργάκης, λοιπόν, ορκίστηκε πολλές φορές βουλευτής, υπουργός και πρωθυπουργός και πάντοτε με θρησκευτικό όρκο. Φέτος το άλλαξε, έδωσε όρκο πολιτικό. Την επόμενη φορά, αν ξαναεκλεγεί, να το θυμάστε! Θα ορκιστεί στο κοράνιο, σε κάνα ινδιάνικο τοτέμ, μπορεί και στο πηλήκιο…

 Αιολικά
Κλαίνε θρηνούνε τα βουνά για να μην μπουν αιολικά…

  Τρανό μπελά τσακώσαμε μ’ αυτά τα αιολικά και να δούμε πώς θα ξεμπερδέψουμε. Στην έκταση της Αργιθέας, λέει, μπορούν να μπουν μέχρι 372 ανεμογεννήτριες. Τίποτα, δηλαδή! Ούτε 373 δε φτάνουν… Ου τόπους θα γένει πιτσούρι στ’ς φτιρουτές! Ακόμα και στη Φσιόκα (ε, όχι και βουνό η Φσιόκα) θα μπουν πεντέξι, γιατί έδαφος που ευδοκιμούν τα ρείκια είναι ιδανικό για αυτές τις ακατονόμαστες λαμαρίνες.
  Για να συμβάλω κι εγώ στη διαμάχη που υπάρχει λόγω του θέματος, βάζω καμιά φιτιλιά για να ανάβει η φωτιά. Σήμερα θα ξαναβάλω ένα ερώτημα κι όποιος θέλει το απαντάει, όποιος θέλει λέει δεν ξέρω και δεν απαντώ κι όποιος θέλει λέει ξέρω αλλά δεν απαντώ. Δεν γίνεται δεκτή η απάντηση κάτι υποψιάζομαι, αλλά…
  Ερώτημα:  Πώς  γίνεται να σωθεί ο πλανήτης, όταν θα καταστραφούν ακόμα κι εκείνα τα λίγα μέρη του, που απέμειναν πια ως τώρα με ανόθευτο κι αμόλυντο οικολογικά  το  φυσικό  τους  περιβάλλον; 
  Πλανήτης που εξαρτάται, αν θα σωθεί, απ’ το Χοντροσπάνι και το Γαλάτσι, καλύτερα να καταστραφεί το ταχύτερο δυνατό. Να μην έχουμε και υποχρέωση στους Σπυρελιώτες και στους Στεφανιώτες…
  Η προσπάθεια να φορτώσουν με ενοχές όσους αντιδρούν στην εγκατάσταση αιολικών και να τους παρουσιάζουν ως υπεύθυνους της κλιματικής αλλαγής, που συντελείται αναμφίβολα, δεν πρόκειται να φέρει καλά αποτελέσματα. Η εξοικονόμηση ενέργειας ως τώρα είναι ανεφάρμοστες διακηρύξεις κι ευχολόγια, χωρίς να λαμβάνονται πραγματικά μέτρα, που θα την υπηρετούν.
  Η πρόσφατη  απόφαση σε συνάντηση των νεοεκλεγμένων δημάρχων, που σχετίζονται με τα Άγραφα και διερμηνεύει τις έντονες ανησυχίες των πολιτών, εκφράζει την αντίθεση  στην επιχειρούμενη μετατροπή τους σε βιομηχανική περιοχή και σε κείμενο που συνυπέγραψαν και απέστειλαν προς την πολιτική εξουσία, ζητούν την ανάκληση αδειοδότησης για το έργο εγκατάστασης αιολικών πάρκων στα βουνά. Ας αποτελέσει την αρχή για μια συνολικότερη αναθεώρηση επί του θέματος, για διάλογο που θα αναζητά κάθε φορά τις καλύτερες λύσεις.
  Ας υποδεχθούμε κι εμείς ενισχύοντας όσο μπορούμε αυτή την ενθαρρυντική  πρωτοβουλία τους, ελπίζοντας να έχει και συνέχεια και να μην είναι απλώς μια κίνηση κρότου και λάμψης.

 Επίλογος για «τα βιολιά της χαράδρας»

  Η Γιώτα Φώτου έφυγε για το μεγάλο ταξίδι… Στις 27 Ιουλίου το απομεσήμερο η άριστη δασκάλα και πολυγραφότατη αργιθεάτισσα συγγραφέας ήρθε για τελευταία φορά στην αγαπημένη της Αργιθέα, για να μην ξαναφύγει ποτέ…   
  Βαριά η θλίψη της οικογένειάς της, των συγγενών και φίλων της, των συναδέλφων, όλων εκείνων που τη γνώρισαν από κοντά ή μέσα απ’ τα βιβλία της.
  Δεν θέλω να ταράξω πια τον γαλήνιο ύπνο της με ανώφελα λόγια. Θέλω, όμως, δικά της λόγια να κοινοποιήσω, έτσι σαν παρακαταθήκη και διδαχή, την προσωπική της μαρτυρία  απ’ τον άνισο αγώνα που έδωσε με την επάρατη. Σ’ αυτόν τον αγώνα κατέδειξε το σθένος και την καρτερία της, την πίστη που γιγάντωνε την ελπίδα της, τη θέληση  για ζωή, ακόμα κι όταν έλεγε: «εμένα δεν θα με δείτε να γεράσω ποτέ…»
  Εκεί κοντά προς το τέλος Απρίλη μού έγραφε σε μήνυμά της: «…έχοντας, πλήρη συναίσθηση της κατάστασής μου, έμαθα να δοξάζω το Θεό για την κάθε καλή μέρα που έχω και να ελπίζω σε δύναμη, ώστε να αντιμετωπίζω τις δύσκολες. Τώρα τελευταία άρχισα πάλι να γράφω κι αυτό σημαίνει ότι η κατάστασή μου είναι προς το παρόν καλύτερη. Όσο κρατήσει. Μετά πάλι προσπάθεια…»
  Έφυγε η Γιώτα… Το τελευταίο της βιβλίο έμεινε στη μέση. Στο μέρος που την ενέπνευσε και έγραψε «τα βιολιά της χαράδρας», γράφτηκε ο επίλογος που δεν τελειώνει ποτέ… Αιωνία η μνήμη της…

Το
ανάρραχο
της
σιωπής
στον
Αη-Θανάση
Δροσάτου,
όπου
αναπαύεται
πια
η
Γιώτα Φώτου

 

Το άρθρο σε μορφή PDF