Απάνω στα συντρίμματα των πολιτισμών
βηματίζουν οι αρχαιοφύλακες.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  43

 

Σήμερα κερνάει ο καφετζής

  Σήμερα δεν πληρώνει κανένας! Κερνάει ο καφετζής… Ξέρω ότι όποιος μπει σήμερα στο ΚΑΦΕΝΕΙΟ είναι κανονικός πελάτης. Γι’ αυτό λένε ήρθε η κανονικότητα στη χώρα. Απ’ τα καφενεία το καταλαβαίνουν. Όταν τα καφενεία λειτουργούν σωστά έχουμε κανονικότητα και στη χώρα, γιατί και η χώρα ένα απέραντο καφενείο είναι…
  Τον τελευταίο καιρό όποιος άγνωστος εμφανίζονταν, σχεδόν πάντα, ήταν πολιτικός. Δηλαδή φίρα για του μαγαζί, δεν ήξερις και  πώς να τουν μπειχιρ’στείς. Μόλις αρχίναγι κουντά να λέει του ποίμα καταλάβινις, αλλά δεν κόταγις να πεις κι τίπουτα. Ου ιπαγγιλματίας είνι αδυνατιά κι πρέπει να π’στρώνει τ’ν ουρά τ’.
  Αυτή την εποχή, βέβαια, λιγόστεψαν και οι πελάτες. Καλοκαίρι, σκορπάει ο κόσμος, άλλοι πάνε διακοπές με κάνα κότερο, άλλοι πάνε στα χωριά τους για να φκιάσουν τον ετήσιο τραχανά, να ηλιάσουν κάνα κουρόμπλου, να πάνε σε κανένα πανηγύρι και προπαντός στα ποταμίσια πάρτια (ελπίζουμε φέτος να ανοίξουν εγκαίρως οι δρόμοι προς τους αιγιαλούς).
  Το καλό είναι ότι έφυγαν όλοι χαρούμενοι. Άλλοι γιατί κέρδισαν με πολύ, άλλοι γιατί έχασαν με λίγο, οι φωφικοί (το κινάλ, τι δεν καταλαβαίνετε;) γιατί ξαλάφρωσε το κόμμα τους καμιά εκατόν πενηνταριά κιλά τώρα που έδιωξε η Φώφη τον Βενιζέλο (άλλο που ψάχνονται τι να κάνουν, για να διώξουν και τη Φώφη) και οι κουκουέδες γιατί άντεξαν ακόμα μια φορά στις συνθήκες πόλωσης, παρότι δεν είχε φρεσκοβαμμένα τα μαλλιά η Κανέλλη. Βγήκε ο Κυριάκος, πήραμε για δώρο και τον άλλον τον Κυριάκο, τον Βελόπουλο (όπως κάποια προϊόντα στα Α-Β Βασιλόπουλος).   Κυριάκοι, γιορτή και σχόλη, να ’ταν οι αρχηγοί μας όλοι! Αυτό σημαίνει ότι οι αλοιφές του είναι αποτελεσματικές (ζήτω οι εντριβές!) κι έτσι περάσαμε πια απ’ τους ψεκασμένους στους αλειμμένους (τήρα, Γρίβα, τ’ς έχου καλά  τ’ς αλ’μμένοι ή να ματαρουτήσου κάναν αναλυτή;) Δεύτερο δώρο, βγήκε και ο Βαρουφάκης, για να παρασουλάμι κάνα λιανουπαίδι να τρώει του φαί τ’. ΜέΡΑ 25, ΝύΧΤΑ 35 κι μι χουρίς του φιπιά! (μαρκελεσιώτικη σύνταξη)
  Τόσες χαρές μαζεμένες χρόνια είχαμε να ιδούμε…
  Πλην, όμως, παρακαλώ να είστε συγκρατημένοι εις την χαράν και μάλλον καρτερικοί εις αυτά που σας περιμένουν. Ήτοι: μην πολυχαίρεστε! Όσο εσείς θα χορεύετε στα πανηγύρια σας (κι στα πάρτια, μην αστουχιόμαστι!) ο Μητσοτάκης θα νομοθετεί. Γνωρίζετε προ πολλού ότι τα καλύτερα νομοσχέδια περνάνε καλοκαίρι και ντάλα μεσημέρι. Δεν επιθυμώ να είπω προς το παρόν άλλον τι, μόνο μην απλώνει κανενός τ’ αυτί…
  Ζητώ συγγνώμη για την παραπάνω παράγραφο! Αγνοείστε την, εκλάβετέ την ως δεξιά ή κεντροδεξιά παρένθεση (και αριστεροδεξιά να την εκλάβετε δεν με πειράζει). Κακώς σας χάλασα το κλίμα αισιοδοξίας που πλανάται παντού, ειδικά σε όποιον θέλει να παραπλανάται…

 Οι 51 αποχρώσεις του πορτοκαλί

  Ας μην αγνοήσουμε ότι το κλίμα αισιοδοξίας έρχεται, κυρίως, από την πρώτη φορά αριστερά, τώρα που έβαλε σκοπό να ετοιμαστεί για τη δεύτερη φορά αριστερά… (Κύριε, σώσον τους ευσεβείς, του αδαείς και τους αφελείς! Με την ευκαιρία, σώσε και τους Αργιθεάτες!)
  Ο Αλέξης είπε πως θα ξαναχτίσουν το κόμμα απ’ την αρχή. Το ανακοίνωσε πρόσφατα στην κεντρική επιτροπή του Σύριζα. Καλά είναι! Τώρα το καλοκαίρι τραβάει κι η λάσπη καλύτερα, βοηθάει κι ο καιρός, είναι και χαλαρή η πολεοδομία. Είπε άφρων: «καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω». (Πού να χωρέσουν τόσοι γυρολόγοι;)
  Σταχυολογούμε (όταν τελειώνει ο θέρος έρχονται οι σταχομαζώχτρες) βασικά σημεία της ομιλίας του και σχολιάζουμε. 
  Είπεν Αλέξης για τα φονικά φαινόμενα της Χαλκιδικής: «θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, χωρίς μικροκομματικούς υπολογισμούς, για να συνδράμουμε όσους έχουν πληγεί». Η τεχνογνωσία σας από τη Μάνδρα και το Μάτι είναι πολύτιμη, μα το καμένο ελάφι της Πάρνηθας… (γι’ αυτό οι άλλοι έβαλαν γραμματέα τον Τσουβάλα)
  Ξαναείπεν: «Η Ελλάδα που παραδώσαμε δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα που παραλάβαμε». Το ξέρουμε. Γι’ αυτό σας έριξαν. Για να την παραδώσετε. Αν μένατε λίγο ακόμα, δεν ξέρουμε τι θα παραδίνατε…
  Συνέχισε: «ο Σύριζα ως μέρος της πράσινης Αριστεράς δεν μπορεί παρά να έχει στην πρώτη γραμμή το καθήκον της προστασίας της ζωής και του πλανήτη». Ελπίζω μετά από αυτό να διασκεδάστηκαν οι ανησυχίες σας για τον πλανήτη. Εγγύηση οι 51 γιαλαντζί αποχρώσεις της αριστεράς. Έχουμε να δούμε χρώματα! Σαν τις πιπεριές…

Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε,
συριζαίοι, το σκεπτικό σας δεν το έπιασα ποτέ
… 

  Διαβεβαίωσε: «όχι μόνο θα δυσκολέψουμε, αλλά και θα ματαιώσουμε αντιλαϊκά σχέδια της νέας κυβέρνησης». Σου λέει, γιατί να πάρουν οι άλλοι τα αντιλαϊκά μέτρα, που μια χαρά τα παίρναμε κι εμείς…
  Και το τερμάτισε λέγοντας: «Αλλάζουμε, δυναμώνουμε, προχωράμε». Καμίτι όπους καταλαβαίνιτι! Μόνο να μας λέτε κάθε φορά ποιο χρώμα θα φοράτε, για να σας γνωρίζουμε καθώς θα προχωράτε ή να έχετε φλάμπουρο μπροστά τον Φλαμπουράρη.  
  Πώς  να μην είστε αισιόδοξοι μετά;  Για ένα μόνο σας μέμφομαι.  Πώς μπαίνετε στο χορό, ενώ ο πλανήτης κινδυνεύει;

 Παράπονο

  Έχω ένα παράπονο από σας. Πέρασαν τόσες εκλογές και δεν με πήρατε ένα τηλέφωνο να μου πείτε: «σ’ ιφχαριστούμι, αρέ Γιάννη, π’ δε μας χάλιψις κι ισύ ψήφου να μας βάλ’ς σι τέτοιουν μπιλιά…». Σας το ’πα και ξαλάφρωσα. Δεν πειράζει!  Μπορείτε  να επανορθώσετε  εύκολα.  Αφού  δεν μου δώσατε ψήφο, στείλτε ένα κιλό τραχανά τουλάχιστον, για να μη σας τουν χαλέψου (ξινό, γλυκό δεν με πειράζει),  γιατί ένα αφιέρωμα θα κάνω ή ακόμα και γιορτή τραχανά μπορεί να οργανώσω, οπότε θα τον χρειαστώ. Θα βγάλω και τον χειμώνα…

 Οικονομικές αναλύσεις

  Στο προηγούμενο ΚΑΦΕΝΕΙΟ σας είχα πει ότι σκέφτομαι να γίνω αναλυτής. Σήμερα θα κάνω μια προσπάθεια κι ανάλογα της υποδοχής που θα τύχει, θα αποφασίσω, αν πρέπει να συνεχίσω επαγγελματικά ή απλώς, περιστασιακά, θα γράφω καμιά χαζαμάρα και θα την λέω ανάλυση, όπως κάνουν και άλλοι.
  Η αρχική σκέψη να κάνω ανάλυση εκλογικών αποτελεσμάτων υποχώρησε γρήγορα, γιατί το «τόσο τους κόβει, έτσι ψηφίζουν» δεν επιδέχεται περαιτέρω ανάλυσης. Ας καταπιαστώ, λέω, με οικονομικά θέματα κι αν δεν τα πάω καλά δεν θα με παρεξηγήσει κανένας. Άλλωστε τόσοι οικονομολόγοι και υπουργοί οικονομικών τα έκαναν μπάχαλο και συνεχίζουν να τους χειροκροτούν και να τους ψηφίζουν…

   Γιατί είμαστε φτωχοί;

  Η πρώτη αναλυτική προσπάθεια επιχειρεί να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα. Μετά από μελέτη των δεδομένων και λεπτομερή ανάλυση μέχρι διάλυσης, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είμαστε φτωχοί, επειδή δεν έχουμε παράδες. (Παρακαλώ, μην φτύνετε! Αντιλαμβάνομαι ότι αρχίσατε τα φτου σου, ρε καφετζή! Πώς του σουμπόλιασις αυτό; Του ινώθου, ζιουματάν τ’ αυτιά μ’)
  Στερούμαστε επίσης και κάποιων προσόντων. Δεν έχουμε θράσος, δεν είμαστε αδίστακτοι, δεν ακολουθούμε τους διάφορους τρόπους κλοπής που ενισχύουν τα εισοδήματά μας, δεν εφαρμόζουμε την παροιμία «όσου να σκιφτεί ου φρόν’μους, διαβαίνει ου παλαβός» κι αυτά είναι βασικές αιτίες φτώχειας.
  Η λύση βρίσκεται σε μια παραλλαγμένη φράση ενός στοχαστή πρωθυπουργού του παρελθόντος: «Λιφτά υπάρχουν! Ή τ’ αρπάζουμι ή τα τ’νάζουμι…»

   Για ν’ αποκτήσει κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είναι, πρέπει να ’χει μεγάλη τύχη, να εύρει στραβόν κόσμο, και να είναι αυτός μ’ ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάει σπίτια, να καταπιεί χωράφια, να βουλιάξει καράβια, με τριανταέξι τα εκατό θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Καλά, να διαβάζουν Παπαδιαμάντη κι οι κλέφτες;

   Ακόμα και η ληστεία τράπεζας έγινε πιο εύκολη, αρκεί να έχεις μαζί σου μια επαναστατική προκήρυξη και να το παίζεις πολιτικός αγωνιστής και επαναστάτης. Αν σε πιάσουν σε βρίσκουν με την προκήρυξη και καθαρίζεις εύκολα μιας και απαλλοτρίωσες καπιταλιστικό πλούτο. Αν δε σε πιάσουν, πιάσε πρώτο τραπέζι πίστα στα μπουζούκια και βάλε να σου παίζουν το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη:

Όσοι έχουνε πολλά λεφτά
να ’ξερα τι τα κάνουν,
άραγε σαν ποθάνουνε - ψεύτη ντουνιά
μαζί τους θα τα πάρουν;

  Το χρήμα (εδώ πεπόνι, εδώ καρπούζι, εδώ πονεί και τσούζει)   
Το χρήμα δεν το λογαριάζω… (λέει το τραγούδι), αλλά ούτε αυτό με λογαριάζει, επομένως δεν έχουμε και πολλά ΄΄πάρε-δώσε΄΄ και καλά είναι γι’ αυτή την ανάλυση να ανατρέξετε αλλού, για να λυθούν οι όποιες σχετικές απορίες σας.
  Γνωρίζουμε ότι είναι στρογγυλό (για να κυλάει), γλιστερό (για να γλιστράει) και σαν το βήχα. Δεν κρύβεται… Αλλά τι μας νοιάζει; Εμείς μόνο βήχα έχουμε καμιά φορά και ξερόβηχα, όταν θέλουμε να πληρώσουμε κάνα λογαριασμό και τους φόρους. 
  Παλιά με τας δραχμάς είχαμε τα κατοστάρικα ως μεγάλο νόμισμα (τα λέγανε και χαρτιά) και το χιλιάρικο (χήνα, λέμε!!!). Μόλις άρχισαν να φουσκώνουν λίγο οι τσέπες μας, έβγαλαν το πεντοχίλιαρο και μας τις ξεφούσκωσαν πάλι. Αργότερα τα ίδια με το δεκαχίλιαρο. Στο τέλος μας έφεραν τα ευρά και μας έσπασαν τα νεύρα… 
  Μου τελείωσαν οι ιδέες περί του χρήματος, όπως μου τελειώνουν απότομα και τα χρήματα. Δεν μου τελείωσαν όμως οι ευχές:
  Εύρωσθε! Δηλαδή να έχετε ευρώ, όσα χρειάζονται για τις ανάγκες σας!
  Έρρωσθε! Κάτι καλό είναι, αλλά δεν το θυμάμαι. Ρουτάτι κι εσείς του Γρίβα…

   Το πλαστικό χρήμα

  Βρέθηκα σε ένα γλέντι στ’ Λιουντίτ’. Θέλεις γιατί κυκλοφόρησε ότι βγήκε η χώρα απ’ τα μνημόνια, θέλεις γιατί ήπια παραπάνω και πίστεψα ότι βγήκε αλήθεια η χώρα απ’ τα μνημόνια, αποφάσισα να χορέψω. Έβγαλα ένα πενηντάρι που είχα και είπα:
Αφού το γλίτωσα απ’ την εφορία, ας το δώσω στην κομπανία, γιατί αν δεν το δώσω στην κομπανία με κάποιον τρόπο θα μου το φάει η εφορία και θα μείνω κι αχόρευτος. Είδατε ποτέ κανέναν να χορεύει μέσα στην εφορία;
  Ζύγουσα στα όργανα μι προυτιταμένου του πινηντάρι κι λέου τ’ κλαρ’ντζή:
−Βάρει του Γρίβα!
Σ’ κώνει του χέρι, τραβάει έναν κατακέφαλου τ’ Γρίβα. Δεν είχα ιδεί ότι ήρθι ικεί κι ου Γρίβας για να τραβήσει φουτουγραφίις.
−Τι κάν’ς, αρέ, τ’ λέου. Του τραγούδι είπα να βαρέ’εις, όχι του Μήτσιου. (Μιταξύ μας καλά τουν έκανι, γιατί ξέριτι δε σταματάει σ’ ένα μέρους, αφ’σι π’ δε σ’ αφήνει να κάν’ς κι κάνα τσιαλμάκι στου χουρό, γιατί φ’λάισι μι βαρέ’εις του Γρίβα…)
− Κύριε, με το πενηντάρι δεν μπορείς να παραγγείλεις τραγούδι και νόμισα ότι με πληρώνεις να χτυπήσω το Γρίβα. Για τραγούδι πρέπει να βάλεις πιστωτική κάρτα στο ειδικό μηχάνημα, που κρατάει o τραγουδιστής κι του ΠΙΝ σ’.
−Κι βέβια του πίνου… Αν δεν το ’π’να θα χόριβα εγώ μι σας μι τ’ς μπούγλις π’ παίζιτι κι μι κλαρίνου π’ δεν είνι σι μπιμόλ;
  Ικεί τουν κώλουσα. Σ’ λέει, ξέρει αυτός απού μουσική, αλλά ου ιπαγγελματίας τ’ς καταπένει καμπόσις προυσβουλές, αλλιώς δε δ’λεύει. Έβαλα νια κάρτα που ’χα κι έναν κουδικό σ’ ένα μαραφέτι που ’χαν κι είπα να παίξουν του Γρίβα. Έρχιτι ου Βασίλη Παληαντών’ς μι τρόπου κι μ’ λέει:
−Γιάννη, ιμείς είμαστι δημουκρατικό χουριό, αλλά μην παραγγέλ’ς πουλιτικό τραγούδι, καλύτιρα χάλιψι ένα άλλου, μη γένει κανιά φασαρία.
−Τι έχει αυτό του τραγούδι, αρέ Βασίλη. Αφού ξέρ’ς που ’νι κι αντιβασιλικό.
− Ορέ, ιγώ ξέρου, αλλά ξέρου κι καμπουσ’νούς ιδώ π’ δε του ξέρουν.
− Του φασίστα, Βασίλη, τουν καταλαβαίν’ς απ’ του τραγούδι π’ χουρεύει ή απ’  αυτά π’ κάνει; 
− Μωρέ συμφουνάου, έτσι είν’, αλλά τι να σ’ που; Όπους θέλ’ς, κάνι!            
  Σκέφ’κα λίγου, κάτι ξέρει παριπάν’ ου Βασίλ’ς, λέου, ας τουν ακούσου! Ήξιρα κι ότι οι Λεοντίτις έκαναν και πουλλά γλέντια, αφού είχαν κάθε βράδυ εκεί θ’κούς τ’ς μουσικούς, όπους ου Σούλ’ς ου Απουστόλου κι οι Λουφουπουλαίοι, απουφά’ισα να μη γένου ιγώ ου φταίξους να γένει κάνια παραξήγηση κι χαλάσει η αρμουνία τ’ χουριού. Δίνου άλλη παραγγιλία:
− Παίξτι μ’ τ’ μαυριδιρούλα διατάζου, π' ουδίζει μι του Γρίβα.
   Πατάει κάτι κουμπιά ου τραγουδιστής κι σι λίγου άλλους διάλουγους:
− Κύριε, το ποσό που έχει η κάρτα σας δεν επαρκεί για τη μαυριδερούλα.
− Καλά, βάψτην λίγου κα του ξανθό, αν γένιτι καλύτιρη τιμή, παίξι τ’ στρουμπούλου, τ’ν Αγγέλου, τ’ Μυγδάλου, παίξι να ’χαν οι καρδιές αμπάρες, παίξι για ό,τι ιπαρκεί.
− Να πούμε τον ταχυδρόμο;
− Καλά, θα πάρουμι τα τραγούδια μι τ’ν αράδα τώρα; Πέστι τουν ταχυδρόμου, πέστι του ’σπράχτουρα, του σιουφέρη, ό,τι σας σκάει πέστι κι απαρατάτιμι κι ισείς κι η τέχνη σας κι η τιχνουλουγία σας! Πλαστικό χρήμα, πλαστικά τραγούδια, πλαστική ζουή, ούλα πλαστικά…
  Πήρα τ’ γκλίτσα μ’, χιρέτ’σα τ’ς φίλοι μ’ τ’ς Λιουντίτις κι έφιβγα.  Κάτ’ στου μύλου έβαλα κι του κιφάλι μ’ στου ζουριό, ξιθέλουσι του μυαλό μ’ κι πήρα του δρόμου για τ’ Μαρκιλέσι χαρούμινους, π’ γλίτουσα του πινηντάρι κι προυπαντός τ’ φουτουγραφία απ’ του Γρίβα…

 Ο πλούσιος έχει τα φλουριά, έχει ο φτωχός τα γλέντια.

  Η παροιμία αυτή είναι η καλύτερη οικονομική ανάλυση και μας τη δίνει η σοφία του λαού μας. Καλύτερα καλύβα όπου γελούν, παρά παλάτι όπου κλαίνε, λέει σε μια άλλη. Έτσι είναι! Δεν θέλουμε να έχουμε πολλά χρήματα! Θέλουμε να έχουμε λιγότερες ανάγκες! Γνωρίζουμε καλά ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν αγοράζονται και άλλα που μας δωρίζονται απλόχερα, αλλά οι μέριμνες δεν μας αφήνουν να τα απολαύσουμε και να τα χαρούμε.
  Ας ρίξουμε μια ματιά στη φωτογραφία από ένα ηλιοβασίλεμα στη ράχη του Αετοχωρίου.
Στο βάθος η Μιρμιτζάλα, βουνά της Άρτας και του Βάλτου κι ο Αχελώος.
  Ο ήλιος στο τελείωμα της καλοκαιρινής μέρας χρυσίζει τις κορφές και
τα ταπεινά χορτάρια της γης. Ο ουρανός βάφεται με τα απαλά και γαλήνια χρώματα της δύσης.
  Κι όλη αυτή η υπέρλαμπρη ζωγραφιά έρχεται  στα μάτια σου για να σε οδηγήσει χωρίς να το καταλάβεις σε αυθόρμητη δοξαστική προσευχή:
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον…
…ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε,
                  πάντα εν σοφία εποίησας…

 

Το άρθρο σε μορφή PDF