Δρων αποδραμών δραγάτης

μία είναι η ουσία                                                              

μη μας πιάνει απελπισία                                         

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας                                                                

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ

 

─ Όξου απ’ τ’ αμπέλια βρεεεεε! Όξου, λέου!

─ Πάντα ο δραγάτης πρέπει να φωνάζει, υπάρχουσι δεν υπάρχουσι κλέπται οίτινες κλέπτουν οπώρας. (πως λέμε προληπτική ιατρική).

─ Τι διάτανου να χουϊάζει ουρέ του μπστόβλιακου, αφού δεν έχουμι αμπέλια ιμείς.

Τι του ’ρθι  κι δε βάνει γλώσσα μέσα τ’ σήμιρα;

─ Άστον να φωνάζει. Έτσι κι αλλιώς ούτε δραγάτη έχουμε πια, όμως οι άλλοι δεν το ξέρουν…

   Ας ξεκινήσουμε σήμερα με το παραπάνω. Καταλάβατε τίποτε; Όχι; Πώς να καταλάβετε; Ούτε εγώ που το ’γραψα δεν καταλαβαίνω. Τώρα σας φώτισα περισσότερο!

  Έτσι συμβαίνει πάντα. Αυτός που γράφει οτιδήποτε,  γράφει για κάποιο λόγο και κάτι έχει στο νου του. Αυτός που το διαβάζει καταλαβαίνει πάλι κάτι , αλλά όχι και απαραίτητα τα ίδια με τον γράφοντα. Δεν είναι κακό αυτό. Αντιθέτως! Ένα γραπτό μπορεί να έχει πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις και διαφορετική επίδραση στον κάθε αναγνώστη.  Λένε π.χ.

«Όσοι διάβασαν Μαρξ έγιναν κομμουνιστές κι αντικομμουνιστές όσοι τον κατάλαβαν»

«Τους σεισμούς τους καταλαβαίνουν όλοι. Την ποίηση όμως λίγοι».

  Γνωρίζω λοιπόν πως από τότε που σας απασχολώ ή ταλαιπωρώ με αυτά που γράφω, κάποια δεν τα κατανοείτε (μεταξύ μας δεν χάνετε και τίποτε), κάποια σας αρέσουν, κάποια σας εξοργίζουν, κάποια είναι αφορμή για τους δικούς σας συνειρμούς. Ας είναι…

    Στο εισαγωγικό κείμενο έχουμε στις τέσσερις παύλες τέσσερα δρώντα πρόσωπα

(για να σας βοηθήσω: ένας είναι, μπορεί και να μην είναι, ο τρελός του χωριού που λένε, ένας ξένος που έρχεται στο χωριό και δυο ντόπιοι κάτοικοι). Προσπαθήστε να φτιάξετε τώρα μια δική σας ιστορία. Σε μελλοντικό ΚΑΦΕΝΕΙΟ θα έχετε την δική μου εξήγηση. Τι να κάνω; Προσπαθώ να σας κρατήσω το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

   Σκέφτομαι αν δω κάμψη στην κυκλοφορία να βάζω δώρα σαν τις εφημερίδες. Πρώτο δώρο μάλλον θα είναι κάτι πολύ πρακτικό και χρήσιμο, μια κλίτσα. Έδωσα ήδη εντολή στον καλύτερο ξυλογλύπτη της Αργιθέας, τον Γιώργο Χαμπλά, να αρχίσει να τις ετοιμάζει. Πλησιάζουν και εκλογές, οι κλίτσες χρειάζονται.

Χορέψετε! Χορέψετε!

    Καλώς ήρθατε στο πανηγύρι μας!  Θα ξεκινήσουμε με χορό των επισήμων, μετά θα χορέψουν άλλα δυο νούμερα (που θέλουν κι αυτοί να γίνουν επίσημοι) και ύστερα σειρά χορού θα πάρουν οι αγορές. Αμέσως μετά  θα ακολουθήσει γενικός χορός της κοιλιάς, της άδειας κοιλιάς, θα συνεχίσουμε με ηπειρώτικο μοιρολόι σε ΦΑ ελάσσονα (τι Ελασσόνα λες;) και ΣΟΛ μαντζόρε με ΛΑ μινόρε της αυγής (ένα ΔΑ μας λείπει να φτιάξουμε φασολάδα) και θα τελειώσουμε με το χορό του Σέλτσου και του Ζαλόγγου.

                          …και συ δύστυχη , πατρίδα, έχε γεια παντοτινή

                          που ήρθε να σε κυβερνήσει μέχρι κι η Ραχήλ Μακρή.

                          Στη στεριά δε ζει το ψάρι, σάμπως ζούμε κι εμείς;

                          Πότε Μάρδας, πότε Φίλης, πότε Πάνο Κουρουμπλής

…κι του γυρνάου μπλιόνι σι τρουχαϊκό μέτρο

                          Ούρα, ούρα, ούρα μας!

                          Τάκη Μπαλαούρα μας…

     Επιτραπέζια απαγορεύονται, γιατί θυμίζουν τις καλές εποχές που είχαμε φαγητό πάνω στα τραπέζια.

     Συμβουλή μόνο με 5 ευρώ. Φθηνότερα δεν θα βρείτε πουθενά.

Μην επιλέξετε άλογο το Μάη και γυναίκα στο πανηγύρι. Αυτό είναι παροιμία, αλλά ελλιπής. Τη συμπληρώνω λοιπόν και γι’ αυτό θέλω τα 5 ευρώ.

Ούτε δήμαρχο στα πανηγύρια και στους χορούς…

Με πέντε μπύρες σου φαίνονται όλα καλά, αλλά είναι επιλογές μέθης…

Ο λόγγος έχει αυτιά, ο κάμπος έχει μάτια και η εφορία εφοριακούς

    Εκεί που τραγουδούσα μια μέρα «στης μαντζουράνας τον ανθό, έγειρα ν’ αποκοιμηθώ» το ’παιρνα  μετά με το λαούτο και συνέχιζα «κι αν δε σ’ αρέσει ο ύπνος μου, πάρε μου το κεφάλι» έρχεται ένας τύπος, βγάζει ταυτότητα και μου λέει:

─ Και βέβαια θα στο πάρω το κεφάλι. Είμαι εφοριακός! Φέρε γρήγορα έξι ευρώ!

─ Γιατί, από πού στα χρωστάω; Τον έχω πληρωμένο εγώ το φόρο, είμαι νομοταγής.

─ Φόρος διαμονής! Όταν κοιμάσαι σε ξενοδοχείο, δεν άκουσες τίποτε σχετικά;                         

─ Όχι, που ν’ ακούσω; Δεν κοιμήθηκα και πουθενά. Το τραγούδι λέει…

─ Δεν ξέρω τι λένε τα τραγούδια. Δώσε τα έξι ευρώ τώρα και θέλεις κοιμήσου στης μαντζουράνας τον ανθό, θέλεις στα γαϊδουράγκαθα…

   Σώπα, Γιάννη, είπα μι του μυαλό μ’. Όσου κραίν’ς τόσου πλειότιρα αδικήματα θα σ’ βγάνει αυτός. Πλήρουσα κι γίν’κι αμούντι… Έπαιξα λίγο και το «θρήνος μεγάλος γίνεται μέσα στην εφορία» κι έβαλα το λαούτο στη θήκη του…

   Άμα δείτε κανέναν να περιφέρετε περίεργα, το νου σας! Θα είναι ή κλεφτρόνι, ή εφοριακός! Βασικά το ίδιο πράγμα είναι και οι δυο…

Τα παράλογα, τα απίστευτα κι όμως αληθινά του ΕΝΦΙΑ

Ο ΕΝΦΙΑ δεν διορθώνεται, καταργείται! (πέστα, μεγάλεεεεε!)

Ο ΕΝΦΙΑ δεν καταργήθηκε. Συνεχίζει μαζί με τις αγορές να μας χορεύει.

Μόνο εγώ έχω τον τρόπο να σας μειώσω τον ΕΝΦΙΑ! Προσέξτε! ΕΝΦΙΑ

Ο ΕΝΦΙΑ μειώνεται μόνο αν μειώσεις το μέγεθος της γραμματοσειράς.

Ο λαός σε παραλήρημα: Κόψτε μας το οξυγόνο όχι τον ΕΝΦΙΑ!

    Όσο, όμως, κι αν ο λαός δεν μπορεί πλέον να ζήσει χωρίς ΕΝΦΙΑ κάποιες στρεβλώσεις μάς έχουν προβληματίσει και τις περιγράφουμε για να γίνουν διορθώσεις, ώστε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό και ανυπομονησία να τον υποδεχόμαστε κάθε χρόνο. Δείτε τρεις περιπτώσεις:

    1η περίπτωση: Ο Έκτορας κλήθηκε να πληρώσει ΕΝΦΙΑ για το σύνολο της έκτασης στην Καράβα, στο Βουτσικάκι και Ντεληδήμι με τα εν αυτώ γούπατα, ανάρραχα, τσιούκες, λαγκάδες, λάκες και πλάια, δάση και σπανά (από Τρόχαλο,

Πατήματα, Οβριά, Λούτσα, Σκιζοκάραβο, Οξιά, Γκαβέλου, Αφορισμένη, Αρκουδιά και μέχρι Βρυσούλες και Μπλια). Ο δορυφόρος εσένα πιάνει να περπατάς αυτή την έκταση, εσύ θα πληρώσεις του είπαν. Μπορείς σε 12 άτοκες μηνιαίες δόσεις να εξοφλήσεις. Κάθε τετράμηνο θα ξεχρεώνεις κι ένα βουνό. Όλοι καταλαβαίνετε τώρα, γιατί φέτος δεν πολυεμφανίζεται στα βουνά ο Έκτωρ…

     2η περίπτωση: Ο Λάμπρος Αντωνίου, ο αστυνόμος, Αν και άνθρωπος της εξουσίας δεν γλίτωσε. Πρέπει να πληρώσει ΕΝΦΙΑ όλη την έκταση απ’ τα καρτέρια που πήγαινε κατά το κυνήγι του αγριόχοιρου (Ρ’ζοστέφανο, Παλιοκάμαρα, Κουζιουκάρι, Τσιουγκάνι, Ασφάκα , Δαιμονάλωνο, Λούκα κ.α.) Δεν άκουγε που του λέγαμε να μην κινείσαι στο καρτέρι, γιατί θα σε καταλάβουν τα γ’ρούνια και θα σε παρακολουθεί κι ο δορυφόρος. «Εμείς οι αστυνομικοί παρακολουθούμε δεν μας παρακολουθούν» έλεγε. Πλήρωσε τώρα, αστυνόμε! Με τις διασυνδέσεις του κατάφερε μόνο να μην πληρώσει την επικαρπία, γιατί από καρπούς τον βόσκαγε τον τόπο. Αλλού χαμοκέρασο, αλλού γκόρτσο, κράνια, τσάπουρνα δεν έμενε άδειος. Αμ, τι νομίζετε, απ’ το κυνήγι ζούσε;

     3η περίπτωση: Έρχομαν από κείθε, έφτασα στα Ραγάζια και σταμάτ’σα να που νια καλ’μέρα στου Βάιου κι να μάθω κι κάνα διεθνές νέου (δηλαδή πώς άν’ξι του χρηματιστήριου στου Τόκιου, που βρίσκιτι ου Ντάου Τζόουνς, από πού θα πάρουμε φέτου πιτρέλιου απ’ του Ιράν ή τ’ Βινιζουέλα κι αν πέρασαν τα γίδια τ’ Σκουμή απ’ τα Καλ’βάκια κα’ του γιουφύρι του στιφανιώτ’κου).

   Έξω κάθονταν σ’ ένα τραπέζι ένας εύσουμος (ιμείς σ’ν Αργιθέα χουντρό λέμε μαναχά του δήμαρχου. Τ’ς αλλ’νούς, τ’ς τρουφαντούς τ’ς λέμι ιφτραφείς ή εύσουμοι). Κουντουζύγουσα σια ’κει κι τ’ κραίνου:

─ Καλ’μέρα, ορέ πατριώτ’! Μέσα είν’ ου Βάιους;

─ Μι δ’λεύ’ς, Γιάννη, ιπειδή έκουψα του μπστάκι;

Τ’ράου ου Βάιους! Ματατ’ράου π’θινά του μπστάκι τ’ Βάιου! (του πρώτου μπστάκι στουν Αργιθέα. Αν ου Κλειστέν’ς έβανι νια τρουπουλουγία να γένιτι δήμαρχους αυτός πο’ ’χει του τρανύτιρου μπστάκι, ου Βάιους θα γένουνταν κι αντιδήμαρχους ου Γιώργου Μανίκας)

─ Καλά, ρε Βάιου, τι σου ’ρθι; Τουν γνουρί’εις τουν ιαυτό σ’ στουν καθρέφτη;

─ Τι να ’κανα. Μι τσάκ’σαν στουν ΕΝΦΙΑ.

─ ΕΝΦΙΑ κι στου μπστάκι;

─ Κι στου μπστάκι! Ούλα θα τα μιτράν τώρα. 756 ιβρώ μ’ χαλεύουν.

─ Γιατί τόσου πουλλά;

─ Γιατί είνι ιντός οικισμού.

─ Σώπα, ρε Βάιου, π’ λες οικισμό κι τα Ραγάζια.

─ Δεν του λέου ιγώ, ου έφουρας του λέει.

─ Δεν υπήρχι άλλους τρόπους να γλιτώ’εις του τζιριμέ;

─ Υπίρχι, να το ’βανα στα είδη πουλυτιλείας αλλά δε γλίτουνα κι πουλύ. Μόνο αν το ’κουβα θα γένουνταν μαχητό κι θα απαλλάσουμαν απ’ του φόρου. Ε! ας κάτσου κι δυο μήνις χουρίς μπστάκι, θα ιδούμι ως τ’ χρόν’. Μπουρεί τ’ χρόν’ να πληρώνουν αυτοίνοι π’ του ξουρίζουν, οι φαλακροί, οι κατσαρουμάλλ’δις, πού να ξέρ’ς.

─ Πάψι, αρέ Βάιου! Μ’ έβαλις σε έγνοιες τώρα. Τι θα γένουμι;

    Βάιους χουρίς μπστάκι είναι σα θάλασσα χουρίς νιρό. Ου ΕΝΦΙΑ δεν τρουπουποιείτι και τρουπουποιείτι ου Βάιους; Δεν καταπένιτι αυτό. Δεν είχα μετά κι διάθιση να τουν ρουτήσου κι για κάνα τουπικό πουλιτικό νέου, δηλαδή ποιος κινείτι, με ποιον θα πάει στ’ς ικλουές. Ειδικά του τιλιφταίου θέλου να του ξέρου ιξάπαντος. Ιγώ πρώτα μαθαίνου με ποιον θα πάει ου Βάιους και μιτά απουφασίζου. Πααίνου μι τουν άλλου. Φίλους, φίλους αλλά αυτού δεν τα πήζουμι ντιπ!...

Φορολογική συνείδηση

    Παρακαλώ, για να μπει φορολογική σειρά σ’ αυτό το κράτος, να φορολογούνται όλοι οι πολιτικοί, βιομήχανοι, εφοπλιστές και άλλες αναξιοπαθούντες ομάδες όπως οι δάσκαλοι, ή οι δάσκαλοι να φορολογούνται κι αυτοί όπως οι πολιτικοί, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές…

   Ενημερώνω, επίσης, πως στο ΚΑΦΕΝΕΙΟ δεν θα δικαιούνται δια να ομιλούν σε πολιτικές συζητήσεις, όσοι (ανεξαρτήτως ιδιότητας) δεν έχουν μαζί τους φορολογική ενημερότητα τρέχοντος έτους και τα εκκαθαριστικά φόρου της τελευταίας δεκαετίας.  

   Αποκλείονται παντελώς του λόγου κι όσοι πίνουν βερεσέ τον καφέ και μέχρι της εξοφλήσεως του οφειλόμενου ποσού.

Ένα δύο, εν δυό, ένα στ’ αριστερό, ένα κι αλλαγή, τρία κι εμπλοκή…

(ας πάηνηταν στου στρατό οι γ’ναίκις για να καταλαβαίνιτι τουν τίτλου)

Ή αλλάζουμε, ή βουλιάζουμε (είπε ένας στοχαστής ξιαστόχαστος)

Και αλλάξαμε, και βουλιάξαμε και πού ’σαι ακόμα (είπε κι ένας καφετζής)

─ Παιδιά μ’, γιατί είστε ανάλλαγα; (ρώτησε ένα δημοτικό τραγούδι)

─ Γιατί χάλασε το πλυντήριο. (απάντησαν τα παιδιά)

Χάλασε και το δικό μας πλυντήριο, είπε η γυναίκα μου.

Πάλι; ούτε τριάντα χρόνια δεν το ’χουμε!

    Μια γειτόνισσα καμιά ογδονταριά χρονών μας είπε:  «ΙΖΟΛΑ να πάριτι ιγώ πέντε άντρες που ’χα μ’ αυτό τ’ς έβγαλα πέρα…*

   Πήγα και αγόρασα ένα. Ζίμενς! Το πήρα με έκπτωση 50%. Αναγκάστηκα, βέβαια, να γραφτώ πρώτα στη Νέα Δημοκρατία. Κάνει καλύτερες τιμές η Ζίμενς στους νεοδημοκράτες. Τώρα τα άλλα κόμματα με ποιες εταιρείες συνεργάζονται δεν ξέρω. Πριν γραφτείτε ρωτήστε καλύτερα. Πάντως ανάλογα με τη συσκευή που χρειάζεστε δεν είναι κακό ν’ αλλάζετε κόμμα, όταν πρόκειται για το συμφέρον σας.

   Τι να ’κανα; παπάς κριμασμένους, γράφει κι ξιγράφει…

* Η γειτόνισσά μου είχε τον άντρα της και τέσσερα αγόρια, αυτούς εννοούσε, αλλά εσείς κατ’ ευθείαν στο πονηρό. Πώς χάλασε έτσι η αθώα μας προαίρεση; Γιατί ψάχνουμε να τραφούμε απ’ τα αρνητικά των ανθρώπων; Πού βαδίζομεν; Ξέρω κι εγώ! Αυτό που ξέρω είναι πως δεν μας ξεπλένει πια ούτε ο Άσπρος…

Χαιρετίσματα…

   Έχιτι χιριτίσματα ούλοι απ’ του Μήτσιου! Πάνω που πιστέψατε ότι γλιτώσατε σήμερα, γκόλ στου 90΄ ου Μήτσιους. Είπαμι δεν γένιτι χουρίς Μήτσιου, είνι πουλύ χρήσιμους! Καλά λεν «έχ’ς Μήτσιου στου σπίτι τι του θέλ’ς του γουμάρι στου κατώι».

 

   Χαιρετίσματα και με νόημα στην κάθε εξουσία:                 Ευτυχώς στην εξουσία

                                                                                                 δεν υπάρχει αθανασία…