Ξέρω τραγούδια θάλασσες, ένα σακί γιομάτο                    
κι αν αρχινήσω να τα ειπώ, θα ’ρθει τ’ άλλο Σαββάτο. 
(στίχοι δημοτικού τραγουδιού)                                      

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ

Περισσότερα...

Ρούχα μου, καλά μου ρούχα, τι τρανούς μπελάδες που ’χα

                                                                    ο καφετζής     

                                                 Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

    ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ

                                 «Αδελφοί αναγνώστες!

                                                                 Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου… σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει δικαίωμα κανένας να φέρει γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά…»

    Αυτά γράφει στον συγκλονιστικό πρόλογο των Απομνημονευμάτων ο αθάνατος Μακρυγιάννης.

    Επειδή έλαβα κι εγώ την αδυναμία να σας βαρύνω με αυτά που γράφω, θέλω να ξέρετε γιατί γράφω και με ποιον τρόπο, ή τουλάχιστον προσπαθώ να γράφω.

    Πρώτα θέλω να σας κάνω να γελάσετε! Το γέλιο είναι αλάτι που νοστιμίζει τη ζωή μας. Τα ατομικά και συλλογικά μας λάθη και παθήματα δεν θα γίνουν ποτέ μαθήματα αν δεν τα κατανοήσουμε και δεν τα παραδεχτούμε. Ας υποστούμε την ταπείνωση του σαρκασμού των λαθών και συμπεριφορών μας, άλλωστε γνωρίζουμε πως δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος αλάνθαστος και τέλειος. Τότε κερδίζουμε την πρώτη μάχη στην απόφαση να μην ξανακάνουμε τα ίδια.

    Γράφω με μια βασική αρχή: Το πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι ιερό (ως εικόνα Θεού), ακόμα κι αν οι πράξεις δεν είναι πάντα ιερές.

   Τήρησα ως τώρα και κάτι ακόμα: Δεν έγραψα ποτέ εναντίον κανενός Αργιθεάτη. Τα γραπτά μένουν. Δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, όταν κηρύττουν το μίσος και δηλητηριάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην προφορική αντιπαράθεση, πολλές φορές υπήρξα σκληρός, και άδικος μερικές φορές, το αναγνωρίζω. Θα παρακαλούσα όμως να μπει ως προβληματισμός σε όλους όσους γράφουν να διπλοσκέφτονται αυτά που γράφουν. Η αντίληψη «ή εμείς ή εσείς» είναι πόλεμος κι όχι δημοκρατία. Δημοκρατία είναι «και εμείς και εσείς». Άρχει η επικρατούσα άποψη, αλλά δεν δυναστεύει.  Φυσικά πρέπει να υπάρχει αντιπαράθεση και διαφορά απόψεων. Μπορεί, όμως, να γίνεται με σεβασμό, με ήθος και δημοκρατικούς κανόνες.  

   Προσπαθώ, επίσης, να γράφω στοιχεία της παράδοσής μας, της σοφίας του λαού μας, να θυμίζω τη ντοπιολαλιά μας, άγνωστα γεγονότα που έφθασαν σε μας από διηγήσεις παλιότερων, αλλά και να σατιρίζω καταστάσεις του παρελθόντος. Τα παλιά δεν ήταν όλα σωστά. Για παράδειγμα, γράφω στο ΄΄γαμπροί και σώγαμπροι΄΄: καλό κορίτσι (απροίκιωτο βέβαια). Δεν μείωνε απλώς αυτή η αντίληψη την αξία του προσώπου, την εκμηδένιζε και ακύρωνε τα καλά του χαρακτηριστικά.

    Αυτά που γράφω, ασφαλώς είναι και μέρος της πολιτικής μου θέσης και αντίληψης για τον τόπο μου. Είμαι πολίτης της Αργιθέας, έχω για τον εαυτό μου την ιδέα πως υπήρξα ΠΟΛΙΤΗΣ – ΟΠΛΙΤΗΣ αυτού του τόπου, και πάντα έλεγα  και θα λέω την άποψή μου, χωρίς να με ενδιαφέρει πώς με ερμηνεύει ο καθένας.

«Αυτά, στην γλώσσα την δική μου.
       Άλλοι, άλλα, σ’ άλλες»
                   ( Οδ. Ελύτης )

 

Πολύ το βάρυνα, δεν βγαίνει έτσι μεροκάματο…

    Το ΚΑΦΕΝΕΙΟ δεν απευθύνεται λοιπόν σ’ αυτούς που δεν έχουν στοιχειώδη αντίληψη του χιούμορ, σε κομματικούς σανοφάγους όλων των αποχρώσεων, και σ’ αυτούς που μυγιάζονται (έχουν δεν έχουν μύγα).

    Το ΚΑΦΕΝΕΙΟ θα τοποθετήσει δυο κυτία παραπόνων. Ένα στην Τσουκνίδα για τα χωριά της Ανατολικής. Σιγά που θα τολμήσει κανένας να σταθεί για παράπονο εκεί. Πότε χιονοστιβάδες, πότε στούρνες, καταλαβαίνετε γιατί επιλέχτηκε αυτό το μέρος, άσε που δεν πρόκειται να ξαναξεκινήσει το αυτοκίνητο σ’ αυτή την ανηφόρα. Το δεύτερο στην κορφή της Μιρμιτζάλας. Αποκλείεται ν’ ανεβεί Βραγκιανίτης ή Αργυροσελιπιανίτης σε τέτοια υψόμετρα να υποβάλει παράπονο. Στο πρώτο καφενείο που θα βρουν μπροστά τους, θα μπουν μέσα, θα βαρέσουν τρεις τσιπουρίνες θα ξεχάσουν και το παράπονο. Τα υπόλοιπα χωριά Λιασκοβοπαλιοχώρια, Μπουκοβιτσογλουγουβίτσες και Κνισοβομεσοβουνοτριζόλια θα πηγαίνουν στο ΚΕΠ Αργυρίου, γιατί μας τελείωσαν τα κυτία, αν και η αρχική μας θέση ήταν να έχουν παράπονα, αλλά να μη δικαιούνται να τα εκφράσουν.

   Τέλος όποιος έχει πολλά παράπονα υπάρχουν κι άλλα καφενεία

 

Δύο ΝΝ σε τιμή του ενός

 Οριστικοποιείται η ταμπέλα στο Καφενείο. Από τώρα και πέρα δυο τα Ν του Γιάννη. Η πρώτη αντίδραση ήρθε από το υπουργείο Παιδείας. Δεν μπορεί, κύριε, μου είπαν να γράφεις τόσο ανορθόγραφα ακόμα και το όνομά σου, ενώ εμείς σε πληρώναμε για δάσκαλο. Μην κοιτάς το Βαρουφάκη. Αυτός είναι απ’ τους 45 Γιάνηδες.

 Η δεύτερη ήρθε από Αργιθεάτες. Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να γράφεις έτσι για τουν θ’κό μας του Γιάνη; Ήθιλις να σι κάνει ου θιός σαν αυτόν; Κι άλλα πολλά. Πού να ξέρω εγώ πως έχει συγγενήδες αυτό του παραϊλό σ’ν Αργιθέα;

 

Ρίχνουμε φως (και λάδι) στη φωτιά που άναψε η φωτογραφία

 Διαμαρτύρομαι! Κουκουμπλιόμι από αγανάκτηση! Στη δεύτερη φορά ΚΑΦΕΝΕΙΟ, μου κότσιασαν (οι αγωιάτες ξέρουν, οι άλλοι π’δάτε την παράγραφο και τραβάτε παρακάτ’) και μια φωτογραφία . Στην αρχή λέου: Πού τουν ξέρω αυτόν, πού τουν ξέρου;;; Βάνου δυο τρία ζιουβγάρια γυαλιά, είδα ότι είμαι εγώ. Φωτογραφία δεν έστειλα. ΄Ηξερα, βέβαια, ότι με κυνηγάνε πάντα οι παπαράτσι (και οι δανειστές μου).

 Μπήκα σε σκέψεις: Με έδωσε η αστυνομία; Μπα, γιατί να με δώσει, εγώ πάντα ήμουν εθνικόφρων. Με έδωσε η Νικολούλη; Μπορεί καμιά φορά να με πέτυχε στα τούνελ στο  Ντρασκό κι επειδή εκεί δεν υπάρχει φωτισμός (γιατί δε μπορούν να κοιμηθούν τα γίδια μέσα με αναμμένα φώτα) ανάβω το φακό για να περάσω, οπότε: ΦΩΣ ΣΤΟ ΤΟΥΝΕΛ είπε η Αγγελική, είναι και ξανθιά…

 Το πιθανότερο είναι να μ’ έδωσε ο Μενέλαος, ή ο Λευτέρη Κάμπας, ή ο Μήτσιο Γρίβας, ή ο Θανάση Καραγιώργος κι πέμπτος ύποπτος ο Κώστα Τσιάκαλος. Αυτά γκιζιράν με τη φωτογραφική μηχανή στον ώμο. Δεν περνάει άνθρωπος στην Αργιθέα και να μην τον φωτογραφίσει κάποιος απ’ αυτούς. Δια ταύτα:

 Ενίσταμαι: Αν είχα εγώ φάτσα για φωτογραφία θα σας την έστελνα μόνος μου. Δε λέω πως είμαι κι σαν τον Καρανίκα , αλλά μια εβδομαδιαία φωτογραφία θα περιόριζε τις ατέλειες, άσε που μπορούσατε να μου βάλετε και λίγα μαλλιά.

 Ενημερώνω: Είμαι καλύτερος απ’ ότι δείχνει η φωτογραφία, η οποία πιθανόν να πειράχτηκε σε κάποια μονταζιέρα αντιπάλων μου, αν και δεν έχω αντιπάλους.

 Δεν έχουμε αντίπαλο! λέμεεε…

 Υπόσχομαι: Θα γίνω ακόμη καλύτερος! Θα κάψω καρδιές… Και σπλήνες… Καταλάβατε, πάει το σπληνάντερο… το ’καψα …

 

Πέτρες, πολλές πέτρες…

    Μην μου πείτε δεν σας έτυχε.

 Κάθεσαι σ’ ένα καφενείο , οπουδήποτε στην Αργιθέα , έρχεται κι ο μια φορά το χρόνο για μια βδομάδα μόνο απόδημος Αργιθεάτης και στη δεύτερη παράγραφο του προφορικού του λόγου (τώρα είπες χαζαμάρα μου σφυρίζει διακριτικά ένας φιλόλογος, αν και το παραδέχομαι πως θέλω και φιλολογική υποστήριξη) λέει.

 ─ Καλά, ρε παιδιά, τι πέτρες βρήκα στο δρόμο; Δεν έβαζαν ένα μηχάνημα να τον καθαρίσει! Τι τους ψηφίζετε αυτούς εδώ; Πού είναι ο δήμαρχος; (δε βολεύεται με κατώτερο). Λέει κι καμπόσα ΄΄πρέπει΄΄ κι άλλα τόσα ΄΄χρειάζεται΄΄ (απρόσωπα ρήματα μου ξανασφυρίζει ο φιλόλογος, λες κι εγώ δεν ξέρω, μα επειδή είναι απρόσωπα δεν ξέρουμε ποιο πρόσωπο πρέπει να κάνει αυτά που πρέπει) και κάποια στιγμή σταματάει, αφού τα ’πε και ξαλάφρωσε.

 Τι του απαντάς τώρα; Και σάμπως είναι ίδιες όλες οι περιπτώσεις; Σαν παλιός καφετζής που είδαν πολλά τα μάτια μου, έχω έτοιμες απαντήσεις, όπως έχουν τα κινητά σύντομα μηνύματα, και ανάλογα λέω:

  • Στην Αργιθέα ήρθες πατριώτη. Πέτρες θα έβρισκες. Τι ήθελες να βρεις στο δρόμο, καρπούζια; Πού σ’ έχω; Στο δρόμο Παλαμά – Σοφάδες, που περνάν οι γύφτοι κατσιούλα τα αγροτικά κι πέφτει από κανένα; Εδώ, έχουμε ολόκληρο χωριό που το λέμε Πετροχώρι.
  • Δεν ήρθες με τη γυναίκα σου; Ο άνθρωπος για πέντε ευκολίες παντρεύεται. Η μία είναι να σου πετάει τις πέτρες στο δρόμο. Αδειάζει ο δήμαρχος να έρθει; Ο δήμαρχος έχει ένα μήνα στη βούλια τη στεφανιώτικη. Τον ζόρισαν οι Μαρκελισιώτες να ξαναπάει τις πέτρες απάν στο στεφάνι απ’ όπου ξεκόλλησαν, για να καθαρίσει ο δρόμος να μπορέσει ο εργολάβος να μπλαθουριάσει λίγη άσφαλτο.
  • Αυτά τα λες γιατί κινείσαι από στείρα αντιπολιτευτική διάθεση και εμπάθεια. Τα λ’θάρια κι οι στούρνις δε σταματάν σ’ν Αργιθέα. Γ’ρούνι, ζαρκάδι, γίδι, τσιουπελάγα, μυρμήγκι να περάσει κινάει ου χαλιάς κάτ’. Θα τα βάλουμι τώρα μι τα ζ’λάπια; Ιμείς τα αγαπάμε ούλα τα ζώα κι του δήμαρχου. 
  • Προυβουκάτσια! Ναι, είναι προβοκάτσια του Χασιώτη. Αυτό κινείται μεταξύ Σκάλες τριζολιώτικες και Σκάλα Ανθηρού και πετάει πέτρες για να φθείρει το δήμαρχο, αλλά ο δήμαρχος φθείρεται και μόνος του, δεν έχει ανάγκη το Χασιώτη.
  • Του δίκτυου τ’ Μήτσιου! Έχει ου Μήτσιους δίκτυα, όθε να ρασέψ’ς σε κάποιου θα σι πιάσει. Έχει άτουμα στου Μπζάκι κι όποιους πιρνάει γι’ απάν ειδοποιούν του Μήτσιου. Αυτός βγάνει τα διφτέρια τ’ κι τ’ράει ποιος τουν ψήφ’σι κι ποιος δεν τουν ψή’φσι, στέλνει  άλλα άτουμα στου Καρφί κι μέχρι του μύλου του σ’κιώτ’κου (έχει ουλούθι άτουμα σας λέου) κι ανάλογα ποιος έρχεται καθαρίζουν του δρόμου ή τουν γιουμώνουν πέτρις.

    Από το Καρφί και κάτω προς την πεδινή Αργιθέα δεν υπάρχουν πέτρες. Μόνο κουρνιαχτό έχει. Φράζει ο δρόμος με κουρνιαχτό; Ευτυχώς που κατεβάζουν τα ρέματα καμιά φορά (φέρνουν λιθάρια ριζιμιά) και βρίσκουν οι Βραγκιανίτες για κάναν τοίχο κι να πιτρουβουλάν κάνα σ’κλί. Πέτρες αλλού, έχει μόνο στον Άσπρο, αλλά φέτος δεν άνοιξε το δρόμο ο Γιάννη Τσιάκαλος, πώς να ’ρθουν οι πέτρες απάν. Όποιος θέλει πάει με τα ποδάρια στο ποτάμι κι παίρνει το πολύ κάνα τριφτάρι για να τρίβει αλάτι. Τίποτε άλλο, κουβαλιόνται  τα κοτρόνια;

    Και για να κλείσει το θέμα. Η μάνα του Νταβέλη δεν είχε ψυχή; Τι λέει, όμως, το τραγούδι; …πέτρα την πέτρα περπατεί λιθάρι το λιθάρι… Έβαζε ποτέ κάνα δήμαρχο να καθαρίσει; Όχι! Το γιο της έβαζε.

 ─ Είχε μπουλντόζα ου Νταβέλ’ς, με ρωτάει κάποιος

 ─ Όχι, μωρέ, δεν καθάριζε το δρόμο ο γιος της, το δήμαρχο καθάριζε… Ου Καμζέλ’ς έχει μπουλντόζα, όχι ου Νταβέλ’ς…

 

 

Οι πέτρες φταίνε

     Καλά, γιατί δεν πέρασε ο πρωθυπουργός απ’ την κοιλάδα του Αχελώου πηγαίνοντας στην Ιθάκη για το διάγγελμα; Και πώς θα μάθουν οι Κουσσ’φακαίοι στην Πέρδικα, οι Αυλακιώτις, οι Βρουβιανίτες, οι Σακαρετσιάνοι και τα όρνια τ’ς Κανάλας, λίγο πριν τον Εμπεσό, ότι βγήκαμε απ’ τα μνημόνια;

    Οι πέτρες φταιν κι εδώ. Ου Μήτσιους ήξερε πως οι τσιπραίοι δεν τουν ψήφ’σαν, τα άλλα σας τα εξήγησα παραπάνω. Παραδοσιακός ψηφοφόρος τ’ Μήτσιου είναι ου (δε θέλω ου!)  Σημήτσιους, ο Σημίτης ντέ, τα μπέρδεψα. Δεν τον θυμάστε; Καλύτερα, δε χάνετε και τίποτα!

     Η αλήθεια είναι πως ο Τσίπρας γι’ αλλού ξεκίνησε και αλλού βρέθηκε, χωρίς να φταίει ο ίδιος.  Έχει έναν γεωγράφο σύμβουλο, που του λες να σε πάει στο Αργύρι κι αυτός σε πάει αποπέρα στα Τσαπίσματα. Αρχικά είχαν τη σκέψη να επιλέξουν ή τη Λέσβο ή τη Μυτιλήνη, (η Μυτιλήνη έχει και δύσκολη ορθογραφία, μόνο στ’ Αγγλικά θα πετύχαιναν να τη γράψουν mitilini που είναι όλα γιώτα) το ακύρωσαν. Σκέφτηκαν τότε: Ποιο είναι το αντίθετο άκρο της χώρας απ’ το Καστελόριζο; Είχαν κι ένα χάρτη εκεί, τον κράταγαν κι ανάποδα, κάποτε ξεφλαμπούρ’σι το μυαλό τ’ Φλαμπουράρη είπε: «Νοτιοανατολικά θα πάμε, οι Οθωνοί είναι αυτό που ψάχνουμε».

    Σημείωσε βιαστικά ο γεωγράφος, αντί ΟΘ έγραψε ΙΘ και μετά ιθ, ιθ, ιθ , νάτο εδώ είναι, παραλίγο να πάνε στην Ιθώμη (Πύργο Ιθώμης που λέμε), με τα πολλά κάποτε έφτασαν και στην Ιθάκη. Εκφωνήθηκε το διάγγελμα , ανακατεύτηκαν ιστορίες, μυθολογίες, λωτοφάγοι, μνηστήρες, πράσινοι, βένετοι, γαύροι, βαζέλες, ώστε να απειλούν πεθαμένοι ιστορικοί πως θα αναστηθούν για να αυτοκτονήσουν…

    Ξεχάστε από δω και πέρα τις γραμμές Πάτρα – Αγκόνα και Ηγουμενίτσα – Πρίντεζι. (σταμάτα, γαύρε, που άκουσες Πρίντεζι κι άρχισες να φωνάζεις ΄΄Γιώργου, ψυχάρα, ουλυμπιακάρα)   Καστελόριζο (θα μπαίνουμε) – Οθωνοί (θα βγαίνουμε).

 

Διάγγελμα!

   Θα δεις Αγγέλω μ’ θάματα, δεσπότη να π’λεί κρεμμύδια!

   Στις 21 Αυγούστου σας έβγαλαν απ’ τα μνημόνια. Στις 31 Αυγούστου θα σας βγάλω κι εγώ από τον Αύγουστο, αλλά δεν μπορώ να σας βγάλω χωρίς άλλο ένα διάγγελμα!

    Η τραγωδία βρίσκει τη λύση στον από μηχανής θεό. Η Ελλάδα ως τραγωδία επιβιώνει και πορεύεται προσδοκώντας τον από μηχανής θεό, που σχεδόν πάντα αυτός είναι ο λαός της, ο ενωμένος λαός της, με τον πολιτισμό του και τον αγώνα του και  φωτισμένοι άνθρωποι, που δεν λησμονούν τον τρόπο της ψυχής της…

    Αυτός ο τόπος ο ποτισμένος με αίμα και δάκρυ και ιδρώτα πολλές φορές βρέθηκε γονατισμένος μα ποτέ προσκυνημένος. Αυτός ο τόπος εκτός από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά κρύβει και κόκαλα εκείνων που ξεκίνησαν για να τον κατακτήσουν. Αυτός ο τόπος δεν κατακτιέται, μόνο κατακτά!

 Με όλα τα ωραία και τα μεγάλα που γεννήθηκαν εδώ…

     

Σελίδα 1 από 7